Archive for Ιανουαρίου 2009

Μονσερά Μαρτί: Προτιμώ την όπερα στο δρόμο και τους θεατές με τζιν

  • Η υψίφωνος Μονσερά Μαρτί είχε την τύχη (ή την ατυχία) να έχει μαμά μια σταρ της όπερας. Τη Μονσερά Καμπαγέ. Παρ’ όλο που είχε πάθος με τον χορό, ένα ατύχημα στα 17 της και η ωραία της φωνή την οδήγησαν στο λυρικό τραγούδι. Σε λίγες μέρες θα είναι η Μιμή στην όπερα του Πουτσίνι «Λα Μποέμ» που ανεβαίνει στην Οπερα Θεσσαλονίκης.

«Οι σημερινοί ατζέντηδες θέλουν να βγάζουν όσο πιο πολλά χρήματα μπορούν από τον καλλιτέχνη. Αλλά η φωνή είναι το όργανό του. Αν καταστραφεί γρήγορα, καταστρέφεται κι αυτός», λέει η Μονσερά Μαρτί

Φιλική, προσιτή, χωρίς τους τύπους που ίσως περιμένει κανείς από μια τραγουδίστρια της όπερας. Η υψίφωνος Μονσερά Μαρτί, κόρη της διάσημης Μονσερά Καμπαγέ, δεν φοβάται τον συνδυασμό μητρότητα και επαγγελματικές υποχρεώσεις. Αν και η μητέρα της έλειπε συχνά, ήταν πάντα παρούσα και όπως λέει: «Η μητέρα μου γεννήθηκε για να κάνει ευτυχισμένους όλους τους ανθρώπους και όχι μόνο τα παιδιά της».

Η Μονσερά Μαρτί βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για να ερμηνεύσει την ασθενική Μιμή στην όπερα «Λα Μποέμ» του Τζιάκομο Πουτσίνι, που ανεβάζει σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ευκλείδη και μουσική διεύθυνση Μύρωνα Μιχαηλίδη η Οπερα Θεσσαλονίκης στις 31 Ιανουαρίου, 1, 3, 5 και 7 Φεβρουαρίου, στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και στις 9 Φεβρουαρίου στον Χώρο Τεχνών Βέροιας. Η ίδια θα εμφανιστεί μόνο στις τρεις πρώτες παραστάσεις. Οι πρώτες της εντυπώσεις από το θέατρο της ΕΜΣ είναι ιδιαίτερα θετικές.

«Η σκηνή είναι ένα μείγμα παλιάς και σύγχρονης. Δίνει τη δυνατότητα να παρουσιάσεις τα πάντα. Αλλωστε η «Λα Μποέμ» είναι μια όπερα που αρέσει πολύ στο κοινό».

-Θα δούμε ένα σύγχρονο ανέβασμα;

«Η μουσική αυτής της όπερας είναι τέτοια που μπορείς να τοποθετήσεις το έργο σε διάφορες χρονικές περιόδους. Οπως το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Μπορείς να το παρουσιάσεις ως κλασικό έργο, αλλά και με πιο σύγχρονη μορφή, όπως το «West Side Story»».

-Προτιμάτε οι σκηνοθέτες να σέβονται την εποχή στην οποία διαδραματίζονται οι όπερες ή αυτή στην οποία έχουν γραφτεί και όχι να τις μεταφέρουν σε πιο σύγχρονη;

«Δεν με πειράζει το σύγχρονο ανέβασμα, αρκεί να το επιτρέπει το ίδιο το έργο. Συμμετείχα σε ένα ανέβασμα του «Ντον Τζιοβάνι» στη Γερμανία, που η δράση είχε μεταφερθεί στη δεκαετία του ’50. Δεν μου άρεσε αυτό. Αυτή η όπερα ανήκει σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δεν μπορείς να τη μετακινήσεις στον χρόνο. Είναι σαν να θέλεις να αλλάξεις τους στίχους σε ένα έργο του Σέξπιρ. Μπορείς να αλλάξεις την εποχή που διαδραματίζεται, αλλά δεν μπορείς να αλλάξεις τους στίχους. Είναι το ίδιο το έργο».

-Πιστεύετε ότι τέτοιες αλλαγές μπερδεύουν και το κοινό;

«Μερικές όπερες έχουν τόσο ξεκάθαρο μήνυμα, που όπως κι αν τις παρουσιάσεις, θα περάσει στο κοινό».

-Δεν πρέπει, όμως, και το κοινό να είναι εκπαιδευμένο;

Με τον Ρίτσαρντ Λιτς, που παίζει τον Ροντόλφο, σε σκηνή της «Λα Μποέμ» που σκηνοθετεί ο Αλέξανδρος Ευκλείδης

«Σήμερα τα πράγματα γύρω από την όπερα δεν είναι όπως ήταν στη δεκαετία του ’70. Τώρα η όπερα έχει κατέβει στον δρόμο. Τότε απευθυνόταν μόνο σε μια ελίτ. Τα εισιτήρια δεν είναι πλέον πανάκριβα. Παραστάσεις δεν δίνονται μόνο σε θέατρα. Δίνονται σε ανοιχτούς χώρους, γίνεται ζωντανή μετάδοση από το Ιντερνετ. Ο κόσμος έχει περισσότερες δυνατότητες. Πηγαίνει και με τζιν στην όπερα. Αλλωστε τόσο η μητέρα μου, που τραγούδησε με τον Φρέντι Μέρκιουρι των «Queen», όσο και ο Λουτσιάνο Παβαρότι που τραγούδησε δωρεάν σε ανοιχτούς χώρους, έφεραν την όπερα κοντά στο απλό κοινό. Το προτιμώ αυτό. Η μουσική δεν έχει και δεν πρέπει να έχει κανενός είδους σύνορα».

-Τι θα πρέπει να γνωρίζει ο κόσμος που πάει να παρακολουθήσει μια όπερα;

«Να μη γνωρίζει τίποτα. Να μην έχει ιδέα. Το προτιμώ αυτό, από κάποιον που γνωρίζει και αναλύει ένα έργο. Αυτό που μετράει στην όπερα είναι το συναίσθημα. Αν αυτό περάσει στο κοινό, τότε δεν χρειάζεται τίποτ’ άλλο. Κι εμείς αυτό μαθαίνουμε να βγάζουμε. Υπάρχει πάντα η τεχνική βέβαια, αλλά την τεχνική μαθαίνουμε να την κρύβουμε».

-Ηταν κατά κάποιο τρόπο καθορισμένο για σας να ακολουθήσετε αυτή την καριέρα, ως κόρη της διάσημης μητέρας σας;

«Εγώ είχα πάθος για τον χορό. Με το λυρικό τραγούδι ασχολήθηκα στα 17 μου. Τότε διαπίστωσα ότι είχα φωνή. Από μικρή είχα ταχθεί στο μπαλέτο. Μάθαινα μπαλέτο από τα 5 μου. Τα Χριστούγεννα για δώρο ζητούσα συνέχεια ρούχα και παπούτσια του μπαλέτου. Σπούδασα στο «Ballet Lyrico National» της Μαδρίτης. Συνέχισα να ασχολούμαι με το μπαλέτο, αλλά στα 17 μου έσπασα το πόδι μου κι έπρεπε να σταματήσω για να αναρρώσω. Τότε ζούσα με τον θείο και τη θεία μου στη Μαδρίτη και μια μέρα τραγουδούσα στο μπάνιο. Η θεία με άκουσε και είπε στον αδερφό της μητέρας μου, τον Κάρλος Καμπαγιέ: «Το κορίτσι έχει ωραία φωνή». Ο θείος μου με παρότρυνε να ασχοληθώ με το τραγούδι, όσο καιρό θα απαιτούσε η ανάρρωσή μου. Ανάρρωσα, αλλά το τραύμα μου δεν μου επέτρεπε πια να ασχοληθώ ξανά με το μπαλέτο. Οπότε, συνέχισα με την όπερα».

-Σας λείπει;

«Διαπίστωσα ότι αυτό που ένιωθα όταν χόρευα στη σκηνή, το νιώθω και ως τραγουδίστρια της όπερας. Ηθελα να βρίσκομαι στη σκηνή. Και ο χορός με βοήθησε πολύ στην κίνηση και στον έλεγχο του σώματός μου».

-Είχατε έρθει στη Θεσσαλονίκη το 1997, όταν η πόλη ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, αλλά στην Ελλάδα εμφανιστήκατε μόνο στο Ηρώδειο με τη μητέρα σας και τον Βαγγέλη Παπαθανασίου.

«Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη βραδιά με την πανσέληνο πάνω από την Ακρόπολη. Ο Β. Παπαθανασίου είναι πολύ καλός φίλος. Ακόμη έχει στο συρτάρι του ένα ορατόριο που έγραψε για μένα και τη μητέρα μου. Δεν έχει ακουστεί ποτέ. Θα ήθελα πολύ να το κάναμε κάποια στιγμή. Στη Θεσσαλονίκη είναι η πρώτη φορά που θα τραγουδήσω. Το ’97 είχα έρθει με τη μητέρα μου, όταν τραγούδησε στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα. Ηρθα και πέρσι για να ακούσω τον φίλο μου Νικολάι Μπάσκοφ, που τραγουδούσε στην παραγωγή της Οπερας Θεσσαλονίκης «Οι Παλιάτσοι», του Ρουτζέρο Λεονκαβάλο. Διαπίστωσα τότε, και το διαπιστώνω καλύτερα τώρα, ότι υπάρχει επαγγελματισμός».

-Ζήσατε τον χώρο της όπερας σαν παιδί. Τώρα βρίσκεστε κι εσείς στον ίδιο επαγγελματικό χώρο. Βλέπετε αλλαγές ανάμεσα στο τότε και στο τώρα;

«Κάθε χρόνο η μητέρα μου δίνει σεμινάρια. Ερχονται συνεχώς νέοι με καλή φωνή, αλλά χωρίς καθόλου τεχνική. Αλλάζουν συνεχώς καθηγητές και πληρώνουν πάρα πολλά χρήματα, χωρίς όμως πολλοί καθηγητές να τους διδάσκουν πραγματικά. Επίσης οι ατζέντηδες δεν ενδιαφέρονται πλέον τόσο πολύ για τον καλλιτέχνη και τη φωνή του. Βλέπουν έναν νέο με ωραία φωνή και του κλείνουν συνεχείς εμφανίσεις. Αυτό κουράζει τον καλλιτέχνη και κάνει κακό στη φωνή του. Μου λείπει η προσοχή που έδιναν παλιά οι ατζέντηδες στους καλλιτέχνες. Τώρα είναι απλά μπίζνες. Θέλουν να βγάλουν όσο πιο πολλά χρήματα μπορούν από τον καλλιτέχνη. Αλλά η φωνή του είναι το όργανό του. Αν καταστραφεί γρήγορα, καταστρέφεται κι ο ίδιος». *

Η μητέρα μου γεννήθηκε για να κάνει όλο τον κόσμο ευτυχισμένο

Η μητέρα σας αναγκαστικά έλειπε πάρα πολύ συχνά από κοντά σας όταν ήσασταν παιδί...

«Για μένα και τον αδερφό μου αυτή ήταν η κατάσταση στην οποία γεννηθήκαμε. Η μητέρα μου έδινε 150 παραστάσεις το χρόνο σε ολόκληρο τον κόσμο. Ερχόταν, άλλαζε βαλίτσες κι έφευγε ξανά. Ερχόταν όμως πάντα τα Χριστούγεννα, γιατί συμμετείχε σε ένα χριστουγεννιάτικο γκαλά όπερας στη Βαρκελώνη. Και το καλοκαίρι πηγαίναμε μαζί της στα φεστιβάλ που εμφανιζόταν. Απ’ όπου και να βρισκόταν όμως, τηλεφωνούσε κάθε μέρα και ρωτούσε τα πάντα. Για το σχολείο, αν πλύναμε τα δόντια μας. Ηταν παρούσα. Πριν από 1-2 χρόνια συζητούσαμε και μου ζήτησε συγγνώμη. Μου είπε: «Αν το ξανάκανα από την αρχή, θα επέλεγα να κάνω λιγότερες εμφανίσεις και να είμαι περισσότερο μητέρα». «Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη», της απάντησα. «Γεννήθηκες για να κάνεις ευτυχισμένο ολόκληρο τον κόσμο». Ξέρετε, αν μια οικογένεια είναι ενωμένη, ούτε η απόσταση μπορεί να σπάσει αυτούς τους δεσμούς».

Σκέφτεστε πόσο θα μπορείτε η ίδια να είστε παρούσα και κοντά στα δικά σας παιδιά;

«Προς το παρόν δεν έχω παιδιά. Προέρχομαι από έναν γάμο που διήρκησε 15 μήνες και ήταν σκέτη καταστροφή. Θα ήθελα να γίνω μητέρα. Οι άνθρωποι ήρθαμε στον κόσμο όχι για να πεθάνουμε μόνοι, αλλά για να υπάρξει συνέχεια. Εμαθα πολλά από τον παππού και τη γιαγιά μου, με τους οποίους μεγάλωσα. Πήρα πολλή αγάπη και θέλω να τη δώσω κι εγώ στα παιδιά μου. Δουλεύω κι εγώ συνεχώς στο εξωτερικό, αλλά τώρα η επικοινωνία είναι πιο εύκολη. Οι αποστάσεις έχουν μικρύνει και η τεχνολογία βοηθά. Μπορείς να συνομιλείς με κάποιον και να τον βλέπεις στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ελπίζω να γίνω μητέρα, αλλά πρέπει πρώτα να υπάρξει ένας …πατέρας».

Σας πλησιάζουν εύκολα οι άντρες;

«Πολλές φορές είναι ντροπαλοί. Αισθάνονται ίσως ότι θα αντιμετωπίσουν μια ντίβα. Αλλά με λίγη κουβέντα και λίγο κρασί καταλαβαίνουν ότι είμαι ένας ακόμη απλός άνθρωπος, που απλά κάνει μια διαφορετική δουλειά και είχε διαφορετικά παιδικά χρόνια. Αλλά δεν είμαι διαφορετική. Ολοι χρειάζεται να πάμε στην τουαλέτα…».

  • ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Του ΣΑΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 28/01/2009

«Μποέμ» με συγκίνηση στην Οπερα Στανισλάφσκι της Μόσχας

click here - Puccini, Giacomo
Puccini, Giacomo

ΟΠΕΡΑ. Στο ερώτημα γιατί ελάχιστα έργα και ελάχιστοι καλλιτέχνες δικαιούνται να φέρουν «πάνω τους» την ανεξίτηλη σφραγίδα του επιθέτου «μοναδικό» ή «μοναδικός», η απάντηση είναι η διαχρονικότητά τους. Λαμπρό παράδειγμα αυτού αποτελεί η όπερα «Μποέμ» [La bohème] του Τζιάκομο Πουτσίνι [Giacomo Puccini], που από το 1996 παρουσιάζεται σε παραγωγή του θεάτρου Μπαλέτου και Όπερας Στανισλάφσκι στη Μόσχα, το οποίο φέτος γιορτάζει τα 90 χρόνια ζωής του με τη συγκλονιστική ερμηνεία της διάσημης Ρωσίδας σοπράνο Ολγκα Γκουριακόβα.

  • Ατμόσφαιρα και λάμψη

Αρκετά μέτρα πριν διαβείς την είσοδο του θεάτρου, ο συνωστισμός δεν είναι δύσκολο να σου δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πως αναμένεται να παρακολουθήσεις παγκόσμια πρεμιέρα.

Εντός του θεάτρου η εικόνα παρόμοια, με τις γλυκύτατες ηλικιωμένες ταξιθέτριες που με περισσή ευγένεια τοποθετούν επιπλέον καθίσματα. Το σήκωμα της αυλαίας ελάχιστα λεπτά μετά ήταν αρκετό για να καταλάβω γιατί οι θεατές με την τεράστια κλασική μουσική παιδεία, πολλοί από τους οποίους έβλεπαν για πολλοστή φορά αυτή την «Μποέμ», ακούνητοι στις θέσεις τους έκλαιγαν και στο τέλος αποθέωσαν τους συντελεστές. Η σπουδαία αυτή όπερα του Πουτσίνι, που έκανε πρεμιέρα την 1η Φεβρουαρίου 1896 στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνου υπό τη διεύθυνση του Αρτούρο Τοσκανίνι, ευτύχησε να βρει στο θέατρο Στανισλάφσκι τη διεθνούς φήμης Ολγκα Γκουριακόβα, κάτοχο δύο Χρυσών Μασκών και παρασημοφορημένη από τον ίδιο τον Πούτιν. Ερμηνεύοντας με λυρικό τρόπο τον ρόλο της Μιμής, είχες την αίσθηση πως στα χέρια της κρατούσε ένα διαμάντι το οποίο, μέσα από τις συμπληγάδες του ρόλου, όχι απλά δεν γρατσουνίστηκε, αλλά αντίθετα στο φινάλε όλοι οι θεατές διέκριναν νέες παραδεισένιες αποχρώσεις. Ολα αυτά τη στιγμή που ενώ έκανε επίδειξη των φωνητικών της ικανοτήτων, για πολλαπλή φορά διαπιστώναμε πως αν η φύση και οι προσπάθειές της δεν της είχαν δώσει αυτές τις χορδές όμοιες ίσως με των Σειρήνων, τότε είναι βέβαιο πως θα ήταν μια εξαιρετική ηθοποιός. Αξιοι συνοδοιπόροι στη διαχρονική αυτή παραγωγή, ο εξαιρετικός τενόρος Αλεξέι Ντολγκόφ στον ρόλο του Ρούντολφ, η Ιρίνα Βάτσενκο (σοπράνο) στον ρόλο της Μιουζέτα και ο Αντρέι Μπατούρκιν (βαρύτονος) στον ρόλο του Σόναρ. Εφάμιλλης σημασίας με τις προσπάθειες των σολίστ αλλά και των μουσικών υπήρξαν η σκηνοθεσία και τα σκηνικά του Αλεξάντερ Τίτελ, ο οποίος χωρίς τίποτα το φανταχτερό έδωσε στην όπερα την ανθρώπινη διάσταση που της αρμόζει. http: //www. stanmus. ru/

  • ΜΟΣΧΑ, του ανταποκριτή της «Καθημερινής» [Tετάρτη, 28 Iανoυαρίου 2009] Αχιλλέα Πατσούκα

Ελάτε στο μαγικό κόσμο της όπερας!

Η Όπερα της Κοπενχάγης.

Η όπερα αποτελεί μουσικό θεατρικό είδος, είναι δηλαδή μουσική σύνθεση που περιλαμβάνει συγχρόνως και σκηνική δράση. Οι διάλογοι των ηθοποιών της όπερας αποδίδονται με τη μορφή τραγουδιού ενώ η θεατρική παράσταση εκτυλίσσεται παρουσία ενός μουσικού συνόλου που μπορεί να είναι μία πλήρης συμφωνική ορχήστρα ή και μικρότερης κλίμακας. Ως είδος θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μουσικά επιτεύγματα του Δυτικού πολιτισμού και παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά είδη.
Ο όρος όπερα είναι ο πληθυντικός του λατινικού opus που σημαίνει το έργο, δηλώνοντας έτσι την ενσωμάτωση στην όπερα πολλών καλλιτεχνικών ειδών όπως η μουσική, το θέατρο, ο χορός και η σκηνογραφία. Αποδίδεται συχνά στα ελληνικά και ως μελόδραμα, αν και ο όρος αυτός είναι ευρύτερος. Όπερα ονομάζεται επίσης το θέατρο που φιλοξενεί τις παραστάσεις.

Η Όπερα του Σίδνεϊ, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κτίρια στον κόσμο.

Το παλαιότερο ιστορικά έργο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως όπερα — με τη σημερινή έννοια του όρου — χρονολογείται περίπου στα 1597 και είναι η Δάφνη του Ρινουτσίνι μελοποιημένη από τον Jacopo Peri. Το έργο αυτό αποτέλεσε ουσιαστικά μια προσπάθεια μίμησης του κλασικού αρχαίου ελληνικού δράματος, στα πλαίσια μιας ευρύτερης προσπάθειας αναβίωσης της αρχαιότητας κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Η Δάφνη δεν είχει διασωθεί, ωστόσο υπάρχουν άλλες γραπτές αναφορές για την παράσταση που πιστοποιούν την ύπαρξη της. Ένα μεταγενέστερο έργο του Peri, η Ευριδίκη, αποτελεί το παλαιότερο μουσικό κείμενο (παρτιτούρα) όπερας που διασώζεται έως σήμερα.

Σημαντική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του είδους της όπερας ήταν και ύπαρξη της [μονωδία|μονωδίας]], δηλαδή του σόλο τραγουδιού πάνω σε μία μελωδία, συνοδευόμενο από μια απλή ακολουθία συγχορδιών. Το είδος αυτό αναπτύχθηκε από τους Ιταλούς συνθέτες στα τέλη του 16ου αιώνα.

Η γέννηση της όπερας τοποθετείται γεωγραφικά στην Ιταλία, ωστόσο έγινε τόσο δημοφιλές είδος που σύντομα εξαπλώθηκε και στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ισπανία και τη Ρωσία. Το 1637, στη Βενετία, κτίστηκε και το πρώτο θέατρο αποκλειστικά για παραστάσεις όπερας ενώ ακολούθησαν μόνο στην πόλη της Βενετίας επιπλέον 16 ανάλογα θέατρα, ενδεικτικό της απήχησης που είχε το είδος.

Οι πρώτες όπερες χαρακτηρίζονταν ως dramma per musica, δηλάδή το δράμα μέσω μουσικής και το 17ο ή 18ο αιώνα η πλοκή στις περισσότερες όπερες βασιζόταν στη μυθολογία ή σε ιστορικά γεγονότα. Η θεματολογία τους ήταν σοβαρή (opera seria) ή ακόμα και κωμική (opera buffa).