Μονσερά Μαρτί: Προτιμώ την όπερα στο δρόμο και τους θεατές με τζιν

  • Η υψίφωνος Μονσερά Μαρτί είχε την τύχη (ή την ατυχία) να έχει μαμά μια σταρ της όπερας. Τη Μονσερά Καμπαγέ. Παρ’ όλο που είχε πάθος με τον χορό, ένα ατύχημα στα 17 της και η ωραία της φωνή την οδήγησαν στο λυρικό τραγούδι. Σε λίγες μέρες θα είναι η Μιμή στην όπερα του Πουτσίνι «Λα Μποέμ» που ανεβαίνει στην Οπερα Θεσσαλονίκης.

«Οι σημερινοί ατζέντηδες θέλουν να βγάζουν όσο πιο πολλά χρήματα μπορούν από τον καλλιτέχνη. Αλλά η φωνή είναι το όργανό του. Αν καταστραφεί γρήγορα, καταστρέφεται κι αυτός», λέει η Μονσερά Μαρτί

Φιλική, προσιτή, χωρίς τους τύπους που ίσως περιμένει κανείς από μια τραγουδίστρια της όπερας. Η υψίφωνος Μονσερά Μαρτί, κόρη της διάσημης Μονσερά Καμπαγέ, δεν φοβάται τον συνδυασμό μητρότητα και επαγγελματικές υποχρεώσεις. Αν και η μητέρα της έλειπε συχνά, ήταν πάντα παρούσα και όπως λέει: «Η μητέρα μου γεννήθηκε για να κάνει ευτυχισμένους όλους τους ανθρώπους και όχι μόνο τα παιδιά της».

Η Μονσερά Μαρτί βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για να ερμηνεύσει την ασθενική Μιμή στην όπερα «Λα Μποέμ» του Τζιάκομο Πουτσίνι, που ανεβάζει σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ευκλείδη και μουσική διεύθυνση Μύρωνα Μιχαηλίδη η Οπερα Θεσσαλονίκης στις 31 Ιανουαρίου, 1, 3, 5 και 7 Φεβρουαρίου, στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και στις 9 Φεβρουαρίου στον Χώρο Τεχνών Βέροιας. Η ίδια θα εμφανιστεί μόνο στις τρεις πρώτες παραστάσεις. Οι πρώτες της εντυπώσεις από το θέατρο της ΕΜΣ είναι ιδιαίτερα θετικές.

«Η σκηνή είναι ένα μείγμα παλιάς και σύγχρονης. Δίνει τη δυνατότητα να παρουσιάσεις τα πάντα. Αλλωστε η «Λα Μποέμ» είναι μια όπερα που αρέσει πολύ στο κοινό».

-Θα δούμε ένα σύγχρονο ανέβασμα;

«Η μουσική αυτής της όπερας είναι τέτοια που μπορείς να τοποθετήσεις το έργο σε διάφορες χρονικές περιόδους. Οπως το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Μπορείς να το παρουσιάσεις ως κλασικό έργο, αλλά και με πιο σύγχρονη μορφή, όπως το «West Side Story»».

-Προτιμάτε οι σκηνοθέτες να σέβονται την εποχή στην οποία διαδραματίζονται οι όπερες ή αυτή στην οποία έχουν γραφτεί και όχι να τις μεταφέρουν σε πιο σύγχρονη;

«Δεν με πειράζει το σύγχρονο ανέβασμα, αρκεί να το επιτρέπει το ίδιο το έργο. Συμμετείχα σε ένα ανέβασμα του «Ντον Τζιοβάνι» στη Γερμανία, που η δράση είχε μεταφερθεί στη δεκαετία του ’50. Δεν μου άρεσε αυτό. Αυτή η όπερα ανήκει σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δεν μπορείς να τη μετακινήσεις στον χρόνο. Είναι σαν να θέλεις να αλλάξεις τους στίχους σε ένα έργο του Σέξπιρ. Μπορείς να αλλάξεις την εποχή που διαδραματίζεται, αλλά δεν μπορείς να αλλάξεις τους στίχους. Είναι το ίδιο το έργο».

-Πιστεύετε ότι τέτοιες αλλαγές μπερδεύουν και το κοινό;

«Μερικές όπερες έχουν τόσο ξεκάθαρο μήνυμα, που όπως κι αν τις παρουσιάσεις, θα περάσει στο κοινό».

-Δεν πρέπει, όμως, και το κοινό να είναι εκπαιδευμένο;

Με τον Ρίτσαρντ Λιτς, που παίζει τον Ροντόλφο, σε σκηνή της «Λα Μποέμ» που σκηνοθετεί ο Αλέξανδρος Ευκλείδης

«Σήμερα τα πράγματα γύρω από την όπερα δεν είναι όπως ήταν στη δεκαετία του ’70. Τώρα η όπερα έχει κατέβει στον δρόμο. Τότε απευθυνόταν μόνο σε μια ελίτ. Τα εισιτήρια δεν είναι πλέον πανάκριβα. Παραστάσεις δεν δίνονται μόνο σε θέατρα. Δίνονται σε ανοιχτούς χώρους, γίνεται ζωντανή μετάδοση από το Ιντερνετ. Ο κόσμος έχει περισσότερες δυνατότητες. Πηγαίνει και με τζιν στην όπερα. Αλλωστε τόσο η μητέρα μου, που τραγούδησε με τον Φρέντι Μέρκιουρι των «Queen», όσο και ο Λουτσιάνο Παβαρότι που τραγούδησε δωρεάν σε ανοιχτούς χώρους, έφεραν την όπερα κοντά στο απλό κοινό. Το προτιμώ αυτό. Η μουσική δεν έχει και δεν πρέπει να έχει κανενός είδους σύνορα».

-Τι θα πρέπει να γνωρίζει ο κόσμος που πάει να παρακολουθήσει μια όπερα;

«Να μη γνωρίζει τίποτα. Να μην έχει ιδέα. Το προτιμώ αυτό, από κάποιον που γνωρίζει και αναλύει ένα έργο. Αυτό που μετράει στην όπερα είναι το συναίσθημα. Αν αυτό περάσει στο κοινό, τότε δεν χρειάζεται τίποτ’ άλλο. Κι εμείς αυτό μαθαίνουμε να βγάζουμε. Υπάρχει πάντα η τεχνική βέβαια, αλλά την τεχνική μαθαίνουμε να την κρύβουμε».

-Ηταν κατά κάποιο τρόπο καθορισμένο για σας να ακολουθήσετε αυτή την καριέρα, ως κόρη της διάσημης μητέρας σας;

«Εγώ είχα πάθος για τον χορό. Με το λυρικό τραγούδι ασχολήθηκα στα 17 μου. Τότε διαπίστωσα ότι είχα φωνή. Από μικρή είχα ταχθεί στο μπαλέτο. Μάθαινα μπαλέτο από τα 5 μου. Τα Χριστούγεννα για δώρο ζητούσα συνέχεια ρούχα και παπούτσια του μπαλέτου. Σπούδασα στο «Ballet Lyrico National» της Μαδρίτης. Συνέχισα να ασχολούμαι με το μπαλέτο, αλλά στα 17 μου έσπασα το πόδι μου κι έπρεπε να σταματήσω για να αναρρώσω. Τότε ζούσα με τον θείο και τη θεία μου στη Μαδρίτη και μια μέρα τραγουδούσα στο μπάνιο. Η θεία με άκουσε και είπε στον αδερφό της μητέρας μου, τον Κάρλος Καμπαγιέ: «Το κορίτσι έχει ωραία φωνή». Ο θείος μου με παρότρυνε να ασχοληθώ με το τραγούδι, όσο καιρό θα απαιτούσε η ανάρρωσή μου. Ανάρρωσα, αλλά το τραύμα μου δεν μου επέτρεπε πια να ασχοληθώ ξανά με το μπαλέτο. Οπότε, συνέχισα με την όπερα».

-Σας λείπει;

«Διαπίστωσα ότι αυτό που ένιωθα όταν χόρευα στη σκηνή, το νιώθω και ως τραγουδίστρια της όπερας. Ηθελα να βρίσκομαι στη σκηνή. Και ο χορός με βοήθησε πολύ στην κίνηση και στον έλεγχο του σώματός μου».

-Είχατε έρθει στη Θεσσαλονίκη το 1997, όταν η πόλη ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, αλλά στην Ελλάδα εμφανιστήκατε μόνο στο Ηρώδειο με τη μητέρα σας και τον Βαγγέλη Παπαθανασίου.

«Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη βραδιά με την πανσέληνο πάνω από την Ακρόπολη. Ο Β. Παπαθανασίου είναι πολύ καλός φίλος. Ακόμη έχει στο συρτάρι του ένα ορατόριο που έγραψε για μένα και τη μητέρα μου. Δεν έχει ακουστεί ποτέ. Θα ήθελα πολύ να το κάναμε κάποια στιγμή. Στη Θεσσαλονίκη είναι η πρώτη φορά που θα τραγουδήσω. Το ’97 είχα έρθει με τη μητέρα μου, όταν τραγούδησε στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα. Ηρθα και πέρσι για να ακούσω τον φίλο μου Νικολάι Μπάσκοφ, που τραγουδούσε στην παραγωγή της Οπερας Θεσσαλονίκης «Οι Παλιάτσοι», του Ρουτζέρο Λεονκαβάλο. Διαπίστωσα τότε, και το διαπιστώνω καλύτερα τώρα, ότι υπάρχει επαγγελματισμός».

-Ζήσατε τον χώρο της όπερας σαν παιδί. Τώρα βρίσκεστε κι εσείς στον ίδιο επαγγελματικό χώρο. Βλέπετε αλλαγές ανάμεσα στο τότε και στο τώρα;

«Κάθε χρόνο η μητέρα μου δίνει σεμινάρια. Ερχονται συνεχώς νέοι με καλή φωνή, αλλά χωρίς καθόλου τεχνική. Αλλάζουν συνεχώς καθηγητές και πληρώνουν πάρα πολλά χρήματα, χωρίς όμως πολλοί καθηγητές να τους διδάσκουν πραγματικά. Επίσης οι ατζέντηδες δεν ενδιαφέρονται πλέον τόσο πολύ για τον καλλιτέχνη και τη φωνή του. Βλέπουν έναν νέο με ωραία φωνή και του κλείνουν συνεχείς εμφανίσεις. Αυτό κουράζει τον καλλιτέχνη και κάνει κακό στη φωνή του. Μου λείπει η προσοχή που έδιναν παλιά οι ατζέντηδες στους καλλιτέχνες. Τώρα είναι απλά μπίζνες. Θέλουν να βγάλουν όσο πιο πολλά χρήματα μπορούν από τον καλλιτέχνη. Αλλά η φωνή του είναι το όργανό του. Αν καταστραφεί γρήγορα, καταστρέφεται κι ο ίδιος». *

Η μητέρα μου γεννήθηκε για να κάνει όλο τον κόσμο ευτυχισμένο

Η μητέρα σας αναγκαστικά έλειπε πάρα πολύ συχνά από κοντά σας όταν ήσασταν παιδί...

«Για μένα και τον αδερφό μου αυτή ήταν η κατάσταση στην οποία γεννηθήκαμε. Η μητέρα μου έδινε 150 παραστάσεις το χρόνο σε ολόκληρο τον κόσμο. Ερχόταν, άλλαζε βαλίτσες κι έφευγε ξανά. Ερχόταν όμως πάντα τα Χριστούγεννα, γιατί συμμετείχε σε ένα χριστουγεννιάτικο γκαλά όπερας στη Βαρκελώνη. Και το καλοκαίρι πηγαίναμε μαζί της στα φεστιβάλ που εμφανιζόταν. Απ’ όπου και να βρισκόταν όμως, τηλεφωνούσε κάθε μέρα και ρωτούσε τα πάντα. Για το σχολείο, αν πλύναμε τα δόντια μας. Ηταν παρούσα. Πριν από 1-2 χρόνια συζητούσαμε και μου ζήτησε συγγνώμη. Μου είπε: «Αν το ξανάκανα από την αρχή, θα επέλεγα να κάνω λιγότερες εμφανίσεις και να είμαι περισσότερο μητέρα». «Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη», της απάντησα. «Γεννήθηκες για να κάνεις ευτυχισμένο ολόκληρο τον κόσμο». Ξέρετε, αν μια οικογένεια είναι ενωμένη, ούτε η απόσταση μπορεί να σπάσει αυτούς τους δεσμούς».

Σκέφτεστε πόσο θα μπορείτε η ίδια να είστε παρούσα και κοντά στα δικά σας παιδιά;

«Προς το παρόν δεν έχω παιδιά. Προέρχομαι από έναν γάμο που διήρκησε 15 μήνες και ήταν σκέτη καταστροφή. Θα ήθελα να γίνω μητέρα. Οι άνθρωποι ήρθαμε στον κόσμο όχι για να πεθάνουμε μόνοι, αλλά για να υπάρξει συνέχεια. Εμαθα πολλά από τον παππού και τη γιαγιά μου, με τους οποίους μεγάλωσα. Πήρα πολλή αγάπη και θέλω να τη δώσω κι εγώ στα παιδιά μου. Δουλεύω κι εγώ συνεχώς στο εξωτερικό, αλλά τώρα η επικοινωνία είναι πιο εύκολη. Οι αποστάσεις έχουν μικρύνει και η τεχνολογία βοηθά. Μπορείς να συνομιλείς με κάποιον και να τον βλέπεις στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ελπίζω να γίνω μητέρα, αλλά πρέπει πρώτα να υπάρξει ένας …πατέρας».

Σας πλησιάζουν εύκολα οι άντρες;

«Πολλές φορές είναι ντροπαλοί. Αισθάνονται ίσως ότι θα αντιμετωπίσουν μια ντίβα. Αλλά με λίγη κουβέντα και λίγο κρασί καταλαβαίνουν ότι είμαι ένας ακόμη απλός άνθρωπος, που απλά κάνει μια διαφορετική δουλειά και είχε διαφορετικά παιδικά χρόνια. Αλλά δεν είμαι διαφορετική. Ολοι χρειάζεται να πάμε στην τουαλέτα…».

  • ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Του ΣΑΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 28/01/2009
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: