Archive for Φεβρουαρίου 2009

Η Οπερα στα χρόνια της μεγάλης κρίσης

Ακόμη και τα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα των ΗΠΑ σφίγγουν το ζωνάρι και προχωρούν σε σημαντικές περικοπές

  • Ενα θερμό χειροκρότημα στο φινάλε της παράστασης της «Τόσκα» στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης. Ηταν 11 Μαΐου του 2002 όταν τον άρρωστο Λουτσιάνο Παβαρότι αντικαθιστούσε στον ρόλο του Καβαραντόσι ο Σαλβατόρε Λιτσίτρα, πραγματοποιώντας θριαμβευτικό ντεμπούτο ενώπιον του νεοϋορκέζικου ακροατηρίου. Δεξιά, με αυτή τη… λαϊκή εκδήλωση, προβάλλοντας δηλαδή σε γιγαντοοθόνη στημένη στην Τimes Square την παράσταση της «Μαντάμα Μπατερφλάι» του Πουτσίνι, εγκαινίαζε τον Σεπτέμβριο του 2006 τη σεζόν 2006-2007 η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης. Πλέον, τέτοιου είδους γιορτές θεωρούνται πολυτέλεια, ακόμη και για το μεγαλύτερο λυρικό θέατρο των ΗΠΑ

Καθώς ο χάρτης της καλλιτεχνικής περιόδου 2009-2010 σε ό,τι αφορά τα λυρικά θέατρα των ΗΠΑ σιγά σιγά ολοκληρώνεται, η κατάσταση συμπυκνώνεται σε μία μόνο φράση: γενναίο σφίξιμο του ζωναριού. Ματαιώσεις ή, στην καλύτερη περίπτωση, αναβολές πολυαναμενόμενων εδώ και χρόνια παραγωγών, μείωση του αριθμού των παραστάσεων, αναπροσαρμογές προς τα κάτω των αποδοχών των ανώτερων – και όχι μόνο- στελεχών των θεάτρων, απολύσεις προσωπικού και περιορισμός της «περιπέτειας» και του ρίσκου που αυτή συνεπάγεται προς χάριν ασφαλέστερων και δοκιμασμένων επιλογών είναι ορισμένες μόνο από τις εκφάνσεις της οικονομικής κρίσης στην όπερα. Ωστόσο, με δεδομένο ότι ένα από τα χαρακτηριστικά του είδους έχει να κάνει με τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, τα φιλόδοξα πλάνα για μετά το 2010- οπότε και αναμένεται ανάκαμψη- όχι μόνο δεν λείπουν αλλά δίνουν και χρώμα σε ένα εν γένει γκρίζο τοπίο.

  • Η Νέα Υόρκη δίνει τον τόνο

Στη διάρκεια των τουλάχιστον δυόμισι τελευταίων ετών, από τη στιγμή δηλαδή που το «τιμόνι» της ανέλαβε ο πολυσυζητημένος Πίτερ Γκελμπ, η περίφημη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, το μεγαλύτερο λυρικό θέατρο των ΗΠΑ, είναι αυτό που αναμφίβολα οδηγεί τις εξελίξεις διεθνώς, έχοντας, μεταξύ άλλων, αξιοποιήσει με μεγάλη επιτυχία τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας. Στο πλαίσιο αυτό οι σημαντικές περικοπές τις οποίες προανήγγειλε προσφάτως ο διευθυντής του θεάτρου για την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο προκάλεσαν διεθνή αίσθηση: εν αρχή ην η ματαίωση ή η αντικατάσταση τεσσάρων εκ των πλέον δαπανηρών παραγωγών. Ετσι, αντί της αναβίωσης του έργου του Τζον Κοριλιάνο «Φαντάσματα των Βερσαλλιών», θα παρουσιαστεί η δημοφιλέστατη «Τραβιάτα», ο «Μπενβενούτο Τσελίνι» του Μπερλιόζ θα ματαιωθεί- προς μεγάλη απογοήτευση, όπως παραδέχθηκε ο Γκελμπ, τόσο του ιδίου όσο και του διάσημου μουσικού διευθυντή του θεάτρου Τζέιμς Λιβάιν -, ενώ η «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» του Σοστακόβιτς και η «Γυναίκα χωρίς σκιά» του Ρ.Στράους θα αντικατασταθούν από την «Αριάδνη στη Νάξο» και την «Ηλέκτρα» αντιστοίχως. Επιπροσθέτως, τόσο ο Γκελμπ όσο και μια σειρά άλλα ανώτατα στελέχη του θεάτρου αποδέχθηκαν μειώσεις αποδοχών κατά 10% για την επόμενη σεζόν, ενώ ανάλογες κινήσεις καλής θελήσεως ζητήθηκαν τόσο από τα δεκαέξι σωματεία που δραστηριοποιούνται στη Μετροπόλιταν Όπερα όσο και από τους διάσημους, κατά κανόνα, πρωταγωνιστές των διανομών. Ολα αυτά, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η δραματική μείωση του πάλαι ποτέ εύρωστου καταπιστεύματος, η πτώση των χορηγιών περίπου κατά 10 εκατ. δολάρια, αλλά και η μείωση των εσόδων από τα εισιτήρια.

Σε ό,τι αφορά την όπερα της πόλης της Νέας Υόρκης, η απόφαση του «αιρετικού» Βέλγου ιμπρεσάριου Ζεράρ Μορτιέ να μην αναλάβει τελικά τα ηνία της, ματαιώνοντας μια προοπτική που είχε γεννήσει μεγάλες προσδοκίες διεθνώς άμα τη ανακοινώσει της, σηματοδότησε περαιτέρω «επιπλοκή» στα ήδη οξυμμένα οικονομικά προβλήματα του θεάτρου. Και όλα αυτά ενώ ένας ακόμη οργανισμός, η Ορχήστρα της Όπερας της Νέας Υόρκης, η οποία από το 1972 παρουσιάζει σε συναυλιακή μορφή σπάνια έργα του λυρικού ρεπερτορίου, μόλις πριν από λίγες ημέρες ανακοίνωσε τη ματαίωση του υπολοίπου της τρέχουσας καλλιτεχνικής περιόδου. Σκοπός, η εντατική προσπάθεια εξεύρεσης πόρων έτσι ώστε να επανακάμψει την επόμενη σεζόν με ένα όσο το δυνατόν πιο «ανταγωνιστικό» πρόγραμμα.

  • Χωρίς Βάγκνερ η Ουάσιγκτον

Η αναβολή- όρο στον οποίο επέμεινε ιδιαιτέρως ο γενικός διευθυντής του θεάτρου Πλάθιντο Ντομίνγκο στη συνέντευξη Τύπου για την ανακοίνωση του προγράμματος- της νέας παραγωγής της μνημειώδους «Τετραλογίας» του Βάγκνερ δίνει τον τόνο στην καλλιτεχνική περίοδο 2009-2010 της Όπερας της Ουάσιγκτον. Στο πλαίσιο των γενικότερων περικοπών προβλέπονται έξι πλήρως σκηνοθετημένες παραγωγές- ωστόσο καμία εξ ολοκλήρου νέα- αντί των επτά που παρουσιάζονται εφέτος, ενώ στις διανομές θα πάρει μέρος ένας αριθμός λιγότερο γνωστών ερμηνευτών. Ως πλέον αναμενόμενη παραγωγή της περιόδου προβάλλεται ο «Άμλετ» του Α.Τομάς, η οποία θα σηματοδοτήσει και το ντεμπούτο της περίφημης υψιφώνου Ντιάνας Νταμράου με το συγκρότημα.

Οικονομικές θυσίες εξάλλου για την επόμενη σεζόν ανακοίνωσε και η Όπερα του Λος Άντζελες, το έτερο θέατρο που διευθύνει ο Ντομίνγκο. Στο πλαίσιο αυτό, και με δεδομένη την πτώση των χορηγιών, το συγκρότημα αναγκάστηκε να απολύσει το 17% του προσωπικού του, ενώ ανακοίνωσε και περικοπές αποδοχών οι οποίες θα φθάσουν το 6% για μεσαία και κατώτερα στελέχη και το 8% για τα ανώτερα. Επιπροσθέτως, προκειμένου να εξοικονομηθούν χρήματα, ο αριθμός των παραστάσεων θα μειωθεί: από 64 την τρέχουσα σεζόν σε 48 την επόμενη. «Σε μια κατάσταση δύσκολη, όπως αυτή που διανύουμε, οφείλουμε να κάνουμε οικονομίες από όπου μπορούμε.Το σημαντικό είναι ότι δεν κάνουμε συμβιβασμούς σε ό,τι αφορά την καλλιτεχνική ποιότητα» δήλωσε ο Πλάθιντο Ντομίνγκο, ανακοινώνοντας το πρόγραμμα της επόμενης καλλιτεχνικής περιόδου. Ωστόσο μεγάλη θυσία για το θέατρο θεωρείται η αναβολή της παγκόσμιας πρεμιέρας τής- εμπνευσμένης από την κινηματογραφική ταινία «Ιl Ρostino»όπερας του Ντέιβιντ Κατάν, η οποία επρόκειτο να ανοίξει την αυλαία της σεζόν, όπου προβλεπόταν η συμμετοχή τόσο του Ντομίνγκο όσο και του Ρολάντο Βιγιασόν. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Οπερα του Σαν Φρανσίσκο, όπου η εναρκτήρια σεζόν του νέου μουσικού διευθυντή Νικόλα Λουιζότι συμπίπτει με την ανάγκη ευρύτερων οικονομικών περιορισμών. Στο πλαίσιο αυτό η αυλαία της σεζόν 2009-2010 θα ανοίξει στις 11 Σεπτεμβρίου και θα κλείσει στις 2 Ιουλίου, περιλαμβάνοντας εννέα όπερες, καθεμιά από αυτές ένα γνωστό έργο συνθετών όπως ο Βέρντι, ο Πουτσίνι, ο Μότσαρτ και ο Βάγκνερ. Μια παραγωγή του «Πίτερ Γκράιμς» του Μπρίτεν, η οποία είχε προγραμματιστεί, ακυρώθηκε για οικονομικούς λόγους. «Ο προϋπολογισμός μας από 70 εκατ. δολάρια για τη σεζόν 2008-2009 υποχωρεί σε 64 εκατ. δολάρια για την επόμενη περίοδο,ενώ ο προγραμματισμός μας περιλαμβάνει πολλά δημοφιλή έργα και δη αυτά με τα οποία μπορούμε να δώσουμε πολλές παραστάσεις» δήλωσε χαρακτηριστικά ο γενικός διευθυντής του θεάτρου Ντέιβιντ Γκόκλεϊ, δίνοντας το «στίγμα» της επόμενης καλλιτεχνικής περιόδου. Το Σικάγο αντιστέκεται

Μέσα σε ένα γενικότερα ζοφερό τοπίο η περίπτωση του Σικάγου συνιστά την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Και αυτό επειδή οι μεγάλοι πολιτιστικοί οργανισμοί της πόλης- και όχι μόνο οι μουσικοί- δείχνουν να μην πλήττονται ιδιαιτέρως από την περιρρέουσα οικονομική κρίση. Προς το παρόν, τουλάχιστον. Έξυπνη διαχείριση από τα χρόνια των «παχιών αγελάδων», προσεκτικός υπολογισμός και σωστές επιλογές ή όλα αυτά μαζί; Όποια και αν είναι η απάντηση, τόσο η περίφημη Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου- η σημαντικότερη, σύμφωνα με την άποψη πολλών, στις ΗΠΑ- όσο και η Λυρική Όπερα της πόλης φαίνεται ότι ακόμη ανθίστανται στις θυσίες. Στο πλαίσιο ενός γενικότερου σχεδίου το οποίο ο τοπικός Τύπος ονομάζει «δημιουργική μέθοδο επιβίωσης», και οι δύο οργανισμοί ετοιμάζονται να επιτρέψουν στους συνδρομητές τους να προμηθεύονται τα σχετικά πακέτα με σύστημα δόσεων.

Συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά τη Λυρική Όπερα του Σικάγου, καμία από τις προγραμματισμένες παραγωγές της περιόδου 2009-1010 δεν ματαιώνεται. Οι προγραμματισμένες 79 παραστάσεις μειώνονται μόνο κατά δύο, ενώ οι τιμές των εισιτηρίων παραμένουν λίγο- πολύ οι ίδιες. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του γενικού διευθυντή του θεάτρου Γουίλιαμ Μέισον: «Με πολύ μικρές προσαρμογές το θέατρο θα καταφέρει να αντεπεξέλθει στους οικονομικούς στόχους του, όπως και στο να προσφέρει μια ποικίλη σεζόν, αποτελούμενη από οκτώ όπερες με διανομές πρώτης γραμμής».

  • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: ΙΣΜΑ Μ. ΤΟΥΛΑΤΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Η όπερα «Θαΐς» του Μασνέ στο Μέγαρο Μουσικής

Η όπερα του Ζυλ Μασνέ «Θαΐς», σε λιμπρέτο βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Ανατόλ Φρανς, ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Μέγαρο Μουσικής, με τις σοπράνο, Μαρλίς Πέτερσεν (7,10,13 και 15/3) και Ελίζαμπεθ Φουτάλ (8, 11,14/3) στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η «Θαΐς» αναφέρεται στους «Βίους των Αγίων», ως μεταμελημένη εταίρα, οι οποία έζησε στην Αίγυπτο τον 4 αι. μ.Χ.. Στράφηκε δε στην αγιότητα από τον ασκητή της ερήμου Αθαναήλ. Η περίπτωσή της υπήρξε πηγή έμπνευσης για τον Ανατόλ Φρανς. Ο Γάλλος συγγραφέας συνέθεσε μια νουβέλα, όπου μιλά για «την καταπιεσμένη, φυσική σεξουαλική επιθυμία των ανδρών, δεδομένου ότι τελικά ο ερημίτης, που προσπαθεί να επαναφέρει της Θαϊδα στο δρόμο του καλού, την ερωτεύεται.

«Ο φιλοκομμουνιστής αστός και βαθύτατα αντικληρικός Φρανς υιοθέτησε τις θέσεις του Βολταίρου και χτύπησε τον κλήρο με τρόπο σκληρό», είπε σήμερα στη σχετική συνέντευξη Τύπου ο σκηνοθέτης της παράστασης Αρνώ Μπερνάρ. Η σκηνοθεσία του Μπερνάρ επιχειρεί να αναδείξει τις αντιθέσεις, που διαπνέουν την όπερα, μεταξύ ιερότητας και λαϊκότητας, αλεξανδρινής πολυτέλειας και ασκητισμού της ερήμου, αρετής και αμαρτίας. Βρίσκει δε, την υποστήριξη των σκηνικών του Νίκου Πετρόπουλου, τα κοστούμια της Κάρλα Ρικότι, την μουσική του Μασνέ από την Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό τη δειύθυνση των Μισέλ Πλανσόν (7,8,10,11/3) και Μίλτου Λογιάδη (13,14,15/3). Στην παράσταση συμμετέχει η χορωδία της ΕΡΤ.

http://www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ – ΜΠΕ

Γεύση από Βολταίρο, εταίρες

Σκηνή από την όπερα «Θαΐς»  του Μασνέ

Είναι σπάνιο μια όπερα να πραγματεύεται ζεύγη αντιθέσεων. Η «Θαΐς» του Ζιλ Μασνέ αφηγείται την ιστορία μιας μεταμελημένης εταίρας την οποία προσηλύτισε ένας μοναχός, ο οποίος όμως στη συνέχεια μπήκε στον πειρασμό να την ερωτευτεί. Τίποτα από αυτά δεν θα είχαν συμβεί στο λυρικό θέατρο, αν ο Γάλλος συγγραφέας Ανατόλ Φρανς δεν ήταν ένας αντικληρικός μεγαλοαστός που υιοθέτησε τις θέσεις του Βολταίρου και «χτύπησε» μέσα από την ομώνυμη νουβέλα του την πρακτική του κλήρου. Είναι η προσέγγιση του Αρνό Μπερνάρ, σκηνοθέτη της παραγωγής που ανεβαίνει στο Μέγαρο Μουσικής. Και ο οποίος διαχώρισε τη θέση του από τις σύγχρονες πειραματικές παραστάσεις όπερας σε γκαράζ ή χασάπικα. «Ένας σκηνοθέτης πληρώνεται για να μένει πιστός στην ιστορία και να προσεγγίζει σεμνά ένα έργο».

Οι ιδεολογικές αντιθέσεις της νουβέλας ενέπνευσαν τον Μασνέ να συνθέσει τη μουσική της όπερας με μια πολυσύνθετη ενορχήστρωση και με άφθονες πλούσιες μελωδίες που θα ερμηνεύσουν οι μουσικοί της Ορχήστρας των Χρωμάτων, με τις οδηγίες του Γάλλου μαέστρου Μισέλ Πλασόν και του Μίλτου Λογιάδη. Οι σοπράνο Μαρλίς Πέτερσεν και Ελίζαμπεθ Φουτράλ θα μοιραστούν στις δύο διανομές τον ερμηνευτικά δύσκολο πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ τον ρόλο του μοναχού θα ερμηνεύσουν οι Άντονι ΜάικλςΜουρ και ο Τζορτζ Μόουζλι.  [ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009]

ΙΝFΟ

«Θαΐς» του Μασνέ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (τηλ. 210-7282.333) στις 7, 8, 10, 11, 13, 14, 15 Μαρτίου

Ταξίδι αναζήτησης στη Σαχάρα… Η Αλεξανδρινή Θαΐς αφήνει τη χλιδή για να συναντήσει στην έρημο το νόημα της ζωής

Ταξίδι αναζήτησης στη Σαχάρα…

Αληθινή σύναξη αστέρων του είδους στη νέα υπερπαραγωγή με την όπερα «Θαΐς» του Ζιλ Μασνέ, που παρουσιάζει το Μέγαρο Μουσικής στις 7 Μαρτίου. Η Μαρλίς Πέτερσεν, μία από τις πιο προικισμένες σοπράνο της εποχής μας, γνωστή και αγαπητή στο ελληνικό κοινό από τις προηγούμενες εμφανίσεις της στο Μέγαρο («Λούλου», «Νάνος»), αλλά και στο Φεστιβάλ Ναυπλίου, μοιράζεται τον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο (7, 10, 13, 15 Μαρτίου) με την επίσης διακεκριμένη Ελίζαμπεθ Φουτράλ (8, 11, 14/3). Tη σκηνοθεσία της παράστασης υπογράφει ο Αρνό Μπερνάρ, από τους πλέον επιτυχημένους σκηνοθέτες όπερας, και στο πόντιουμ θα ανέβουν ο Μισέλ Πλασόν, που θεωρείται αυθεντία στη διεύθυνση γαλλικής όπερας, και ο μόνιμος αρχιμουσικός της Ορχήστρας των Χρωμάτων Μίλτος Λογιάδης.

  • Λυρική προσέγγιση

Ο Αρνό Μπερνάρ προτίμησε να μείνει πιστός στη λυρική προσέγγιση του έργου: «Ο σκηνοθέτης δεν πληρώνεται για να κάνει πειραματισμούς… Οφείλει να είναι πιστός. Να παρουσιάσει μια πρωτότυπη μεν ανάγνωση, που όμως σέβεται το κείμενο. Συχνά ανεβαίνουν παραστάσεις σε περίεργα μέρη, όπως γκαράζ ή κρεοπωλεία. Η δική μας προσέγγιση έμεινε πιστή στο έργο».

  • Στην Αίγυπτο του ’20

Η παράσταση εξελίσσεται στη δεκαετία του ’20 στην έρημο της Αιγύπτου. Ετσι, από τη μια έχουμε τη γυμνότητα της ερήμου, που έρχεται σε αντίθεση με την πολυτέλεια της Αλεξάνδρειας. Οσο για την αντικληρική διάθεση που έχει το κείμενο, ο σκηνοθέτης δηλώνει ότι «γίνεται σαφής και στην παράσταση, καθώς έμεινε πιστή στο κείμενο. Ο μοναχός στο τέλος της όπερας μιλάει ως ληστής και όχι ως καλόγερος».

Η ιστορίας της Θαΐδος βασίζεται στην ομώνυμη νουβέλα του Ανατόλ Φρανς και βρίσκεται στον αντίποδα της Μανόν. Η Θαΐς εγκαταλείπει μια ζωή χλιδής και ηδονής για να αφιερωθεί στην αναζήτηση του Θεού και του υψηλού νοήματος της ζωής. Πεθαίνει κι αυτή -όπως οφείλει κάθε ρομαντική ηρωίδα-, αλλά εξαϋλωμένη και ευτυχής, με τους αγγέλους να την υποδέχονται στην πύλη του Παραδείσου.

  • Οι συντελεστές

Η Γερμανίδα Μαρλίς Πέτερσεν δηλώνει ευτυχής που ερμηνεύει γαλλικό ρεπερτόριο, κάτι που δεν της συμβαίνει συχνά. Από την πλευρά της, η Αμερικανίδα Ελίζαμπεθ Φουτράλ, που ερμηνεύει επίσης τη Θαΐδα, επισημαίνει ότι ήρθε πρώτη φορά στη χώρα μας για τη συγκεκριμένη παραγωγή, η οποία «είναι άκρως εντυπωσιακή και ιδιαίτερη».

Αντίθετα, ο μαέστρος Μισέλ Πλασόν έχει έρθει πολλές φορές στην Ελλάδα, αλλά, όπως σημειώνει με γαλλική προφορά, «δυστυχώς δεν γνωρίζω ελληνικά. Κανείς δεν είναι τέλειος…» Μιλώντας για τη «Θαΐς» σημειώνει: «Η σύγκρουση θρησκευτικού ζήλου και ερωτικής έντασης ενέπνευσε τον Μασνέ να γράψει μερικές από τις πιο εξαίσιες μελωδίες του και ανάμεσά τους τη δημοφιλή Meditation (Στοχασμό), ένα ιντερλούδιο για σόλο βιολί και άρπα, που χωρίζει τις δύο σκηνές της πρώτης πράξης και επιστρέφει πολλές φορές στη διάρκεια της όπερας».

Info: «Θαΐς» του Ζιλ Μασνέ. Μέγαρο Μουσικής. Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη». Παραστάσεις: 7, 8, 10, 11, 13, 14, 15 Μαρτίου.

  • ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Πέμπτη, 26.02.09

Ασκητής σώζει βαμπ του βωβού

Ο σκηνοθέτης Αρνό Μπερνάρ, αν και 42 μόλις ετών, έχει ήδη πάνω από 20 χρόνια προϋπηρεσίας στην όπερα. Σε ηλικία έξι ετών ξεκίνησε να σπουδάζει βιολί κι όλα έδειχναν ότι θα γίνει μουσικός. Στα 15 του είδε για πρώτη φορά όπερα και άλλαξε η ζωή του. Οι γονείς του αγόρασαν εισιτήρια για την Οπερα του Παρισιού. Και ο νεαρός έφηβος ταξίδεψε από το Στρασβούργο, όπου έμενε, στην πρωτεύουσα για να ζήσει μια αξέχαστη εμπειρία.

Μέχρι τα 18 του είχε ήδη πάρει την απόφασή του. Ετσι, όταν σε ηλικία 22 ετών έγινε βοηθός του φημισμένου σκηνοθέτη Νικολά Ζοέλ, στράφηκε οριστικά στη σκηνοθεσία της όπερας. Η πρώτη που σκηνοθέτησε, στα 29 του χρόνια, ήταν ο «Φάλσταφ» στο παράρτημα του Φεστιβάλ του Σπολέτο στο Τσάρλστον της Βόρειας Καρολίνας. Εκτοτε έχει σκηνοθετήσει σημαντικές παραγωγές στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα. Μετά την Αθήνα, ετοιμάζεται για τη Μόσχα. Θα σκηνοθετήσει «Οθέλο» του Βέρντι στο θέατρο Μπολσόι.

Στην Ελλάδα έρχεται για πρώτη φορά. Πρώτη φορά άλλωστε σκηνοθετεί και τη «Θαΐδα», μια από τις πιο ιδιαίτερες όπερες του Ζιλ Μασνέ, που δεν παρουσιάζεται συχνά στο κοινό διεθνώς. «Ναι, δεν είναι «Κάρμεν»», εξηγεί. «Το έργο από μόνο του δεν είναι καθόλου εύκολο, τόσο μουσικά όσο και σκηνικά. Επιπλέον απαιτεί πολύ ικανούς ερμηνευτές. Ο τρίτος, και μάλλον σοβαρότερος λόγος, είναι ότι η «Θαΐς» δεν λειτουργεί σήμερα φυσικά στο κοινό. Πρέπει να την ερμηνεύσεις, να δουλέψεις πολύ πάνω της για να βγει ένα φυσικό αποτέλεσμα. Η δυσκολία της είναι το κυρίαρχο πρόβλημα της γαλλικής όπερας: αν δεν υπερασπιστείς το έργο, δεν δουλεύει. Αν ανεβάσεις «Ριγκολέτο», «Τραβιάτα», ακόμη κι αν δεν τα υπερασπιστείς, δουλεύουν έτσι κι αλλιώς πάνω στη σκηνή».

Η παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής κατάφερε να έχει δύο από τις πιο προικισμένες σοπράνο της εποχής μας για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της «Θαΐδας»: τη Γερμανίδα Μαρλίς Πέτερσεν (7, 10, 13, 15 Μαρτίου), που όλοι θαυμάσαμε ως «Λούλου» στην όπερα του Αλμπαν Μπεργκ πριν από λίγα χρόνια και πάλι στο Μέγαρο, και την Αμερικανίδα Ελίζαμπεθ Φουτράλ (8, 11 και 14 Μαρτίου). Το πόντιουμ της Ορχήστρας των Χρωμάτων θα μοιραστούν ο Μισέλ Πλασόν (7, 8, 10, 11/3), αυθεντία στη διεύθυνση γαλλικής όπερας και ο μόνιμος αρχιμουσικός της Ορχήστρας, Μίλτος Λογιάδης (13, 14, 15/3).

Σκηνοθεσία χωρίς πειράματα

«Εχω το συνήθειο να σέβομαι τα έργα. Δεν ήθελα να τη βάλω στο «εργαστήριο» και να της κάνω πειράματα. Εχω κουραστεί να βλέπω όπερες τοποθετημένες σε γκαράζ ή κρεοπωλεία. Η δική μας παραμένει στην έρημο», ξεκαθαρίζει ο Αρνό Μπερνάρ. Παρ’ όλα αυτά προσπάθησε να ξεφορτωθεί τα περιττά στοιχεία, «συνήθως κακού γούστου, που βλέπει κανείς στο γαλλικό ρεπερτόριο. Για παράδειγμα, η «Κάρμεν» έχει όλο αυτό τον βλακώδη φολκλορισμό, που δεν έχει κανένα νόημα για μένα. Με ενδιαφέρει η ουσία και, φυσικά, να παρουσιάσω κάτι ενδιαφέρον για το σύγχρονο κοινό. Πάντα προσπαθώ να βρω μια ιδέα, και όχι δέκα, που να εξυπηρετεί όλο το έργο από την αρχή ώς το τέλος. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει κανείς στη «Θαΐδα» είναι η αντίθεση των χώρων: η άδεια έρημος από τη μια και η χλιδή της κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας από την άλλη. Αν προσθέσεις και τα οράματα του Αθαναήλ, αντιλαμβάνεσαι το μέγεθος της δυσκολίας».

Η δράση της «Θαΐδας», βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Ανατόλ Φρανς, τοποθετείται στην πρωτοχριστιανική Αίγυπτο του 4ου μ.Χ. αιώνα. Χριστιανοί ασκητές ζουν σε κοινόβια μέσα στην απέραντη έρημο. Ο μοναχός Αθαναήλ διακατέχεται από τη μορφή της Θαΐδας, μιας διάσημης ηθοποιού και εταίρας, που μεσουρανεί στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια. Θα προσπαθήσει να τη σώσει από την αμαρτία. Εκείνη θα βρει τον Θεό και ο Αθαναήλ το γήινο πόθο για την εταίρα, που μεταμόρφωσε σε μοναχή.

«Πίσω από τη Θαΐδα υπάρχει το πρόσωπο του συγγραφέα Ανατόλ Φρανς, ένα σχεδόν μυθικό πρόσωπο, φιλοκομμουνιστή, βολταιρικού, που επιτίθεται στην Εκκλησία και στον ασκητικό χαρακτήρα της θρησκείας», δηλώνει ο Γάλλος σκηνοθέτης.

«Αν και στο βιβλίο του την αναφέρει ως ηθοποιό, στην όπερα η Θαΐς εμφανίζεται συνήθως ως πόρνη ή εταίρα. Εγώ επέλεξα να τη μεταμορφώσω σε ηθοποιό του βωβού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’20. Η λύση αυτή, του κινηματογράφου, μου έλυσε και το πρόβλημα των οραμάτων του Αθαναήλ. Η άφιξη της Θαΐδας στην Αλεξάνδρεια θα είναι σαν την άφιξη της Νικόλ Κίντμαν σε κάποιο κινηματογραφικό πλατό, της δεκαετίας του ’20. Ετσι, όλα θα είναι σε άσπρο-μαύρο…». Οπότε τα οράματα θα προβάλλονται σε οθόνη; «Ναι, αλλά δεν μπορώ να σας πω περισσότερα». Εντονες θα είναι και οι «ισχυρότατες αντιθέσεις του έργου. Το εξεζητημένο πολυτελές σκηνικό με τη γυμνότητα της ερήμου, η αρετή με την αμαρτία και τη σεξουαλική επιθυμία».

  • Τι σας τράβηξε στην όπερα;

«Ο,τι είδα εκείνη την πρώτη φορά δεν με έπεισε. Η όπερα είναι μουσικό είδος, γι’ αυτό και η δουλειά του σκηνοθέτη είναι η μουσική. Οσο περισσότερο δουλεύω τόσο περισσότερο το πιστεύω. Η μουσική είναι η ύλη από την οποία θα αντλήσεις τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την ατμόσφαιρα και την κίνηση. Δεν μπορώ να φανταστώ την εναλλαγή της μουσικής χωρίς την αλλαγή της κίνησης των ερμηνευτών ή έστω την αλλαγή της έκφρασης στα πρόσωπα».

* Παραστάσεις 7, 8, 10, 11, 13, 14 και 15 Μαρτίου στην αίθουσα «Αλεξάντρα Τριάντη». Τα σκηνικά είναι του Νίκου Πετρόπουλου, τα κοστούμια της Κάρλας Ρικότι, οι φωτισμοί του Βινίτσιο Κέλι, η χορογραφία του Τζιάνι Σαντούτσι, χορεύει η Τζούλια Κοντουλμάρι. Το ρόλο του Αθαναήλ μοιράζονται ο βαρύτονος Αντονι Μάικλς-Μουρ (7, 10, 13, 15/3) και ο Τζορτζ Μόουζλι (8, 11, 14/3). Πρωταγωνιστούν ακόμη οι: Αντώνης Κορωναίος, Χριστόφορος Σταμπόγλης, Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, Ειρήνη Κυριακίδου, Αγγελική Καθαρίου και Βασιλική Καραγιάννη. Συμμετέχει η χορωδία της ΕΡΤ. Εισιτήρια: 90, 65, 45, 26 και 14 ευρώ.

  • Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΠΑΡΚΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 26/02/2009

Δεν θέλω μια Θαϊδα σε γκαράζ

  • Ο σκηνοθέτης της όπερας μιλά για τις ακραίες δυσκολίες και το έργο του Ζιλ Μασνέ, που ανεβαίνει στο Μέγαρο Μουσικής με τις σοπράνο Πέτερσεν και Φουτράλ

Μία από τις πιο ιδιαίτερες όπερες του Ζιλ Μασνέ, γραμμένη για μεγάλες φωνές, τη «Θαϊδα», παρουσιάζει στο κοινό του το «Μέγαρο Μουσικής», σε σκηνοθεσία Αρνό Μπερνάρ, σκηνικά Νίκου Πετρόπουλου και με δύο από τις πιο προικισμένες σοπράνο της εποχής μας, τη Μαρλίς Πέτερσεν (7,10,13,15 Μαρτίου) και την Ελίζαμπεθ Φουτράλ (8,11,14 Μαρτίου) στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Μετά τη Μανόν και τον Βέρθερο, η «Θαϊς» είναι η όπερα του Μασνέ που παρουσιάζεται συχνότερα, χωρίς να ανήκει στον κανόνα του οπερατικού ρεπερτορίου, κι αυτό γιατί ο ακραίας δυσκολίας αυτός ρόλος πρέπει να συναντηθεί με τις πιο άξιες ερμηνεύτριες. «Το πρόβλημα δεν έγκειται στον ρόλο της «Θαϊδος».

Το είδος αυτό του ρεπερτορίου είναι εξαιρετικά δύσκολο», υποστηρίζει ο σκηνοθέτης. «Χρειάζεται καθημερινή, σκληρή δουλειά για να υπάρξει φυσικό αποτέλεσμα».

Η Θαϊς εγκαταλείπει μια ζωή χλιδής και ηδονής στην Αλεξάνδρεια για να αφιερωθεί στην αναζήτηση του Θεού και του υψηλού νοήματος της ζωής, ύστερα από παρότρυνση του φωτισμένου ερημίτη, Αθαναήλ.

Πεθαίνει κι αυτή -όπως οφείλει κάθε ρομαντική ηρωίδα- αλλά εξαϋλωμένη και ευτυχής, με τους αγγέλους να την υποδέχονται στην πύλη του Παραδείσου. Η ιστορία της όπερας βασίζεται στην ομώνυμη νουβέλα του Ανατόλ Φρανς, ένα πρόσωπο «μυθικό. Φιλοκομμουνιστής, ανήκε στην αστική γαλλική τάξη, υιοθετούσε τις απόψεις του Βολτέρου και ήταν αντικληρικός». Εξ ου και στη «Θαϊδα» «χτυπά τους κληρικούς με σκληρό τρόπο», προσθέτει ο σκηνοθέτης. «Πίσω από την ιστορία με τον κοινοβιάτη μοναχό που προσπαθεί να επαναφέρει στον δρόμο του Θεού τη διάσημη ηθοποιό και εταίρα Θαϊδα γίνεται αναφορά στην «καταπιεσμένη φυσική σεξουαλική επιθυμία που αισθάνεται ο κάθε άντρας, καθώς και επίθεση στον ασκητικό χαρακτήρα της θρησκείας». Δεν θα δούμε μια «Θαϊδα σε γκαράζ ή σε κρεοπωλείο». Ο Αρνό Μπερνάρ διευκρινίζει ότι ο σκηνοθέτης «δεν πληρώνεται για να κάνει πειραματισμούς επί σκηνής». Οφείλει να καταθέτει μια «πρωτότυπη ανάγνωση αλλά πιστή στο έργο. Να το προσεγγίζει με πιστότητα και σεμνότητα».

Επίσης δηλώνει ότι έχει κουραστεί να βλέπει παραστάσεις σε «περίεργα μέρη». Η δράση μεταφέρεται από την πρωτοχριστιανική Αίγυπτο του 4ου μ.Χ. αιώνα εξ ολοκλήρου στη δεκαετία του 20. Αυτός είναι ο βασικός σκηνοθετικός άξονας, ο οποίος υπογραμμίζεται από μια βασική καθοριστική αντίθεση.

«Είναι η γυμνότητα της ερήμου κόντρα στην πολυτέλεια της Αλεξάνδρειας… Καθετί έχει γίνει με σκοπιμότητα, κάθε λέξη έχει τη σημασία της», υπερθεματίζει. Οσο για τα οράματα του Αθαναήλ, εκεί βρίσκεται όλο το… «μυστικό» της σκηνοθετικής σύλληψης.

  • ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

«Λατρεύω τον Μασνέ. Τον κουβαλάω πάντα στις βαλίτσες μου», σημειώνει ο αρχιμουσικός Μισέλ Πλασόν, που θεωρείται αυθεντία στη διεύθυνση της γαλλικής όπερας και μοιράζεται το πόντιουμ της «Ορχήστρας των Χρωμάτων» με τον μόνιμο μαέστρο της, Μίλτο Λογιάδη. Συμμετέχει η Χορωδία της ΕΡΤ. Τη μουσική διδασκαλία των σολίστ έκανε η Ζανέτ Πηλού. Τα κοστούμια υπογράφει η Κάρλα Ρικότι, η χορογραφία είναι του Τζιάνι Σαντούτσι.

Παίζουν επίσης: Αντονι Μάικλς-Μουρ/Τζορτζ Μόουζλι (Αθαναήλ), Αντώνης Κορωναίος (Νικίας), Χριστόφορος Σταμπόγλης (Παλαίμων), Αλεξάνδρα Παπατζιάκου (Ηγουμένη Αλβίνα), Ειρήνη Κυριακίδου( Κρωβύλη), Αγγελική Καθαρίου (Μυρτάλη), Βασιλική Καραγιάννη (Αυλητρίδα). Χορεύει η Τζούλια Κοντουλμάρι.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 26/02/2009

Φιλόδοξη «Θαΐς» στο Μέγαρο Μουσικής

  • Επτά παραστάσεις της αριστουργηματικής όπερας του Μασνέ με τη συμμετοχή διεθνούς φήμης λυρικών καλλιτεχνών

Η Ελίζαμπεθ Φουτράλ (Θαΐς) και ο Τζορτζ Μόουζλι (Αθαναήλ) σε στιγμιότυπο από τις πρόβες της όπερας. Στις αθηναϊκές παραστάσεις οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι θα ερμηνευθούν σε διπλή διανομή

Την αριστουργηματική και συνάμα απαιτητική «Θαΐδα» του Μασνέ, μια όπερα για τα μυστήρια της ανθρώπινης ψυχής, παρουσιάζει για επτά παραστάσεις (7, 8, 10, 11, 13, 14 και 15 Μαρτίου) το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στη σκηνή της Αίθουσας Αλεξάνδρα Τριάντη. Πρόκειται για μια φιλόδοξη παραγωγή που συγκεντρώνει κορυφαία ονόματα του παγκόσμιου στερεώματος. Ανάμεσά τους ο βετεράνος αρχιμουσικός Μισέλ Πλασόν, ο οποίος διευθύνει την Ορχήστρα των Χρωμάτων (στις 13, 14 και 15/3 το σύνολο διευθύνει ο μόνιμος αρχιμουσικός του Μίλτος Λογιάδης), αλλά και ο σκηνοθέτης Αρνό Μπερνάρ. Τα σκηνικά υπογράφει ο Νίκος Πετρόπουλος , τα κοστούμια είναι της Κάρλα Ρικότι και οι φωτισμοί του Βινίτσιο Κέλι.

Τον ρόλο της εταίρας Θαΐδος, η οποία εγκαταλείπει μια ζωή χλιδής και ηδονής για να αφιερωθεί στην αναζήτηση του Θεού, ερμηνεύουν σε διπλή διανομή οι διεθνούς φήμης υψίφωνοι Μαρλίς Πέτερσεν (7, 10, 13, 15/3) και Ελίζαμπεθ Φουτράλ (8, 11, 14/3). Οι βαρύτονοι Αντονι Μάικλς Μουρ (7, 10, 13, 15/3) και Τζορτζ Μόουζλι (8, 11, 14/3) ερμηνεύουν τον ρόλο του μοναχού Αθαναήλ, ο οποίος έχοντας μεταμορφώσει την εταίρα σε μοναχή συνειδητοποιεί τον γήινο πόθο του για αυτήν, ενώ καταξιωμένοι έλληνες λυρικοί τραγουδιστές ενσαρκώνουν τους υπόλοιπους ήρωες. Στις παραστάσεις συμπράττει επίσης η Χορωδία της ΕΡΤ. Βασισμένη σε λιμπρέτο του Λουί Γκαλέ – το οποίο με τη σειρά του στηρίχθηκε στο μυθιστόρημα του Ανατόλ Φρανς – η τρίπρακτη «Θαΐς» πρωτοπαρουσιάστηκε στο Παρίσι το 1894. Μετά τη «Μανόν» και τον «Βέρθερο», είναι η όπερα του Μασνέ που παρουσιάζεται συχνότερα και θεωρείται από τα πιο εκλεκτά έργα του συνθέτη. Η δράση της τοποθετείται στην πρωτοχριστιανική Αίγυπτο του 4ου αιώνα μ.Χ.

H λογική και η φιλοσοφία της παραγωγής παρουσιάστηκαν χθες σε συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στο Μέγαρο παρουσία του συνόλου των συντελεστών. «Είναι μεγάλη χαρά για μένα που βρίσκομαι στην Αθήνα για έκτη ή έβδομη φορά στην καριέρα μου» είπε παίρνοντας τον λόγο ο βετεράνος Μισέλ Πλασόν, ένας αρχιμουσικός που θεωρείται αυθεντία στη διεύθυνση γαλλικής όπερας. Ο ίδιος συνέχισε: «Είχα την ευκαιρία να διευθύνω επανειλημμένως στο Μέγαρο, ενώ διατηρώ εξαιρετικές αναμνήσεις και από το Ηρώδειο. Οι δεσμοί μου με την Ελλάδα είναι ισχυρότατοι. Εδώ συνάντησα θερμή φιλοξενία, ικανότητα, αλλά και ευγένεια».

Τη χαρά του για το γεγονός ότι έχει τη δυνατότητα να εργαστεί στην Ελλάδα εξέφρασε από την πλευρά του ο σκηνοθέτης Αρνό Μπερνάρ. Αναφερόμενος στο έργο και στην παράσταση είπε ότι, κατά τη γνώμη του, «το πρόβλημα δεν έγκειται μόνο στη “Θαΐδα”, η οποία είναι μια εξαιρετικά απαιτητική για την πρωταγωνίστρια όπερα, αλλά γενικότερα στο γαλλικό ρεπερτόριο το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται διαρκής και επίπονη εργασία». Ο σκηνοθέτης επισήμανε ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι συνεργάτες του αναζήτησαν «μια δυνατή ιδέα προκειμένου να προσεγγίσουμε το έργο με πιστότητα και πρωτοτυπία. Είναι εύκολο να έχεις 20 ιδέες για μια όπερα. Το δύσκολο είναι να βρεις μία και μοναδική ιδέα η οποία θα μπορέσει να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού από την αρχή ως το τέλος. Εν προκειμένω, έχουμε τοποθετήσει τη δράση εξ ολοκλήρου στη δεκαετία του 1920 και αυτό για λόγους πολύ συνειδητούς. Στο μυθιστόρημα του Φρανς η Θαΐς είναι ηθοποιός και ο βωβός κινηματογράφος της εποχής μάς βοήθησε να λύσουμε το θέμα των οραμάτων του Αθαναήλ».

  • ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009