Η εταίρα και ο μοναχός

  • Η «Θαΐς» του Μασνέ ανεβαίνει στη σκηνή του Μεγάρου. Λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα ο σκηνοθέτης Αρνό Μπερνάρ μιλάει για τους κώδικες προσέγγισης αυτής της απαιτητικής γαλλικής όπερας

Μαρλίς Πέτερσεν, Αντονι Μάικλς-Μουρ

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν ασχολούμαι πολύ με το γαλλικό ρεπερτόριο.

Θέλω να αποφύγω την ετικέτα του Γάλλουο οποίος καταπιάνεται με τα της πατρίδας του. Αγαπώ βεβαίως πολύ τον Μασνέ, τον Γκουνό, τον Μέγερμπερ, σκηνοθετώ την “Κάρμεν”, αλλά κάθε άλλο παρά έχω “καταγραφεί” αποκλειστικά. Στο πλαίσιο αυτό δεν γνώριζα πολύ καλά τη συγκεκριμένη όπερα. Ηξερα ασφαλώς ότι προσφέρεται για καταπληκτικά πράγματα αλλά δεν τη γνώριζα σε βάθος. Αισθάνομαι μάλιστα ότι ποτέ δεν τη μαθαίνεις καλά αν δεν επιχειρήσεις να την ανεβάσεις, αν δεν ασχοληθείς επισταμένως με το να ανακαλύψεις την ουσία της. Οσο οι πρόβες κορυφώνονται τόσο πιο ενθουσιώδης γίνομαι…».

Με τις παραπάνω φράσεις ο σκηνοθέτης Αρνό Μπερνάρ σκιαγραφεί το υπόβαθρο της πρώτης του «αναμέτρησης» με τη «Θαΐδα». Μία από τις πλέον γοητευτικές και συνάμα απαιτητικές όπερες του Ζυλ Μασνέ κάνει πρεμιέρα σε λίγες ημέρες στη σκηνή της Αίθουσας Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών έχοντας όλες τις προδιαγραφές μιας πραγματικά μεγάλης παραγωγής. Τον ρόλο του τίτλου ερμηνεύουν σε διπλή διανομή δύο κορυφαίες υψίφωνοι της εποχής μας: η Μαρλίς Πέτερσεν (7, 10, 13, 15/3), ιδιαιτέρως αγαπητή στο αθηναϊκό κοινό από τις προηγούμενες, εξαιρετικά επιτυχημένες εμφανίσεις της στο Μέγαρο, και η Ελίζαμπεθ Φουτράλ (8, 11, 14/3). Οι βαρύτονοι Αντονι Μάικλς-Μουρ (7, 10, 13, 15/3) και Τζορτζ Μόουζλι (8, 11, 14/3) ερμηνεύουν τον ρόλο του Αθαναήλ, ενώ τους υπόλοιπους ήρωες ενσαρκώνουν καταξιωμένοι έλληνες λυρικοί τραγουδιστές. Ο βετεράνος Μισέλ Πλασόν – αρχιμουσικός ο οποίος θεωρείται αυθεντία στη γαλλική όπερα- διευθύνει την Ορχήστρα των Χρωμάτων, ενώ σε ορισμένες παραστάσεις (13, 14, 15/3) την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης έχει ο μόνιμος αρχιμουσικός του συνόλου Μίλτος Λογιάδης. Τα σκηνικά φέρουν την υπογραφή του Νίκου Πετρόπουλου, τα κοστούμια είναι της Κάρλα Ρικότι και οι φωτισμοί του Βινίτσιο Κέλι. Στις παραστάσεις συμμετέχει εξάλλου και η Χορωδία της ΕΡΤ. Αναφερόμενος στο επικείμενο ανέβασμα ο 43χρονος Μπερνάρ κάνει μια μικρή εισαγωγή. «Το γαλλικό ρεπερτόριο» λέει «είναι ένα από τα δυσκολότερα σε ό,τι αφορά το ανέβασμά του. Ο “Φάουστ” καιη “Κάρμεν” είναι έργα διάσημα γιατί η μουσική τους είναι εξαιρετικά δημοφιλής. Ωστόσο είναι πραγματικά δύσκολο να τα ανεβάσει κανείς με τρόπο πνευματώδη, έξυπνο και ενδιαφέρον. Η γαλλική όπερα είναι πολύ πιο δύσκολο να σκηνοθετηθεί και να ερμηνευθεί σε σχέση, ας πούμε, με την ιταλική. Και αυτό γιατί στο ιταλικό ρεπερτόριο η ίδια η μουσική σού δίνει πολλά στοιχεία επάνω στα οποία μπορείς να πατήσεις.Οι γαλλικές όπερες είναι περισσότερο “άδειες”, αν μου επιτρέπεται ο όρος: η ατμόσφαιρα δεν υπάρχει από μόνη της, πρέπει εσύ να τη βρεις».

Στην προκειμένη περίπτωση ο σκηνοθέτης αισθάνεται, όπως λέει, τυχερός. «Εδώ όλα προέρχονται από τη μουσική και ως πρώην μουσικός είμαι στ΄ αλήθεια ευτυχής.Θέλω σε αυτό το σημείο να σταθώ ιδιαιτέρως στη συνεργασία μου με τον Μισέλ Πλασόν, με τον οποίο γνωριζόμαστε από χρόνια και τον θεωρώ απερίφραστα ως τον καλύτερο μαέστρο σε ό,τι αφορά το γαλλικό ρεπερτόριο. Αγαπά το θέατρο, σέβεται τον σκηνοθέτη και του αρέσει να δουλεύει μαζί του. Προσαρμόζει τη μουσική στο ανέβασμα και την ίδια στιγμή ζητεί και η παράσταση να προσαρμόζεται στη μουσική. Αυτή η συνεργασία και η ανταλλαγή είναι κάτι το οποίο χρειάζεται πραγματικά αυτή η όπερα».

  • Ενα παράξενο έργο

Ελίζαμπεθ Φουτράλ (μπροστά), Μαρλίς Πέτερσεν
Βασισμένη σε λιμπρέτο του Λουί Γκαλέ – το οποίο με τη σειρά του στηρίχθηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ανατόλ Φρανς -, η «Θαΐς», όπερα σε τρεις πράξεις και επτά σκηνές, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 16 Μαρτίου 1894 στην Οpera Garnier του Παρισιού, με πρωταγωνίστρια την αμερικανίδα ντίβα της εποχής Σίμπιλ Σάντερσον, για την οποία ο Μασνέ είχε άλλωστε γράψει τον ρόλο του τίτλου. Στην αμερικανική πρεμιέρα του έργου το 1907 η ερμηνεία της πρωταγωνιστικής ηρωίδας ανατέθηκε στην περίφημη υψίφωνο Μαίρη Γκάρντεν, με την οποία ταυτίστηκε ο ρόλος για αρκετά χρόνια. Αργότερα με την εξαιρετικά απαιτητική «Θαΐδα» αναμετρήθηκαν λαμπρές λυρικές ερμηνεύτριες όπως η Κάρολ Νέμπλετ, η Αννα Μόφο, η Λεοντίν Πράις, η Μπέβερλι Σιλς και, πιο πρόσφατα, η Ρενέ Φλέμινγκ.

Στις μεγάλες δυσκολίες του ρόλου οι οποίες, αντιστοίχως, απαιτούν χαρισματικές ερμηνεύτριες στέκεται ιδιαιτέρως και ο Αρνό Μπερνάρ. «Πρόκειται γενικότερα για ένα παράξενο έργο» λέει και συνεχίζει: «Υπάρχουν στιγμές, όπως, ας πούμε, η τελευταία σκηνή του θανάτου της Θαΐδας η οποία είναι απαράμιλλη. Γενικότερα υπάρχει πολλή και υπέροχη μουσική. Αλλες στιγμές πάλι η μουσική σε καλεί να την ανακαλύψεις, να την καταλάβεις.

Οταν συμβεί αυτό,τότε πράγματι λειτουργεί.Κατά τη γνώμη μου, η “Μανόν” είναι περισσότερο ξεκάθαρη,η “Θαΐς”όχι τόσο».

  • Γήινος πόθος

Η αλήθεια είναι ότι η Θαΐς βρίσκεται στον αντίποδα της Μανόν, προγενέστερης όπερας του συνθέτη. Η δεύτερη, ένα απλό κορίτσι, αγροτικής καταγωγής, συναντά έναν ευγενή ο οποίος την πείθει εύκολα να εγκαταλείψει τη ζωή της στο μοναστήρι και να τον ακολουθήσει σε μια ζωή χλιδής και ηδονής. Τα πράγματα ωστόσο δεν εξελίσσονται με ευχάριστο τρόπο και η ηρωίδα βρίσκει τραγικό τέλος. Η Θαΐς, από την άλλη, εγκαταλείπει μια ζωή χλιδής και ηδονής προκειμένου να αφιερωθεί στην αναζήτηση του Θεού και του υψηλού νοήματος της ζωής. Πεθαίνει, βεβαίως, και αυτή, εν τούτοις εξαϋλωμένη και ευτυχής, με τους Αγγέλους να την υποδέχονται στην Πύλη του Παραδείσου.

Αυξημένα ερμηνευτικά- τόσο σε ό,τι αφορά το τραγούδι όσο και την υποκριτική- προσόντα απαιτούνται εξάλλου και για τον παρτενέρ της ηρωίδας. Ο Αθαναήλ είναι ένας κοινοβιακός μοναχός ο οποίος θα προσπαθήσει να σώσει την εταίρα από την αμαρτία, να τη μυήσει σε μια αγάπη απελευθερωμένη από τις γήινες επιθυμίες και να της δείξει τον δρόμο της αιώνιας ζωής και της ευδαιμονίας. Η Θαΐς τον εμπιστεύεται και τον ακολουθεί, ο μοναχός γίνεται φύλακας-άγγελός της ο οποίος την οδηγεί έξω από το χάος και, στην πορεία προς το μοναστήρι, μέσα από την καθαρτική έρημο, μεταμορφώνεται σε μια αθώα κορασίδα με θερμή πίστη. Ωστόσο, εκείνη βρίσκει τον Θεό και ο Αθαναήλ συνειδητοποιεί τον γήινο πόθο τον οποίο αισθάνεται για την εταίρα που κατάφερε να μεταμορφώσει σε μοναχή.

Η σύγκρουση θρησκευτικού ζήλου και ερωτικού πάθους ενέπνευσε στον Μασνέ μερικές από τις πλέον γοητευτικές μελωδίες του και ανάμεσά τους, φυσικά, τον θρυλικό Στοχασμό (Μeditation), ένα ιντερλούδιο για σόλο βιολί και άρπα το οποίο χωρίζει τις δύο σκηνές της Α΄ πράξης και ερμηνεύεται πολύ συχνά ανεξάρτητα, ως συναυλιακό κομμάτι, έχοντας παράλληλα μεταγραφεί για διάφορα όργανα. Το θέμα επιστρέφει πολλές φορές στη διάρκεια της όπερας ενώ πλαισιώνει και το ντουέτο Θαΐδας-Αθαναήλ του τέλους.

Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, σημαντικό «κλειδί» του ανεβάσματος είναι «ο σεβασμός προς το έργο, τους χαρακτήρες και,φυσικά,την ίδια τη μουσική και την όλη ευαισθησία την οποία αποπνέει η όπερα. Εν προκειμένω, οφείλει κανείς να αποφύγει τις ευκολίες. Το ίδιο ισχύει και για έργα όπως η “Κάρμεν” ή η “Τραβιάτα”. Βλέπουμε συχνά παραγωγές όπου κυριαρχεί το κακόγουστο φολκλόρ. Ωστόσο, τόσο σε αυτά τα έργα όσο και εν προκειμένω στη “Θαΐδα” το ζητούμενο είναι η ουσία αλλά και η ισορροπία».

  • Στη δεκαετία του 1920

Ελίζαμπεθ Φουτράλ, Τζορτζ Μόουζλι
Επιστρέφοντας στην παράσταση ο σκηνοθέτης κάνει λόγο για μια φιλόδοξη παραγωγή προαναγγέλλοντας ένα εντυπωσιακό οπτικό μέρος. Παράλληλα δίνει τη δική του άποψη σε ό,τι αφορά τους όρους «μοντέρνο» και «κλασικό». «Δεν ξέρω τι θεωρεί κανείς μοντέρνο» λέει και συνεχίζει: «Το μοντέρνο για μένα έχει να κάνει με τον τρόπο της ερμηνείας, όχι απαραιτήτως με το οπτικό κομμάτι. Μπορεί κανείς να κάνει μια παράσταση πολύ μοντέρνα με ένα οπτικό μέρος πολύ κλασικό. Εν προκειμένω, δεν λέμε την ιστορία όπως ακριβώς την έγραψε ο λιμπρετίστας, ο οποίος,ως γνωστόν, τοποθετεί τη δράση στην πρωτοχριστιανική Αίγυπτο του 4ου μ.Χ. αιώνα. Εχει γίνει μια χρονική μεταφορά στη δεκαετία του 1920 με αντίστοιχη δουλειά στους χαρακτήρες αλλά θα έλεγα πως είναι ένα κλασικό ανέβασμα».

Γιατί επέλεξε άραγε τη συγκεκριμένη εποχή; «Κατ΄ αρχάς ας θυμηθούμε ότι στο μυθιστόρημα του Ανατόλ Φρανς,το οποίο να σημειώσουμε με την ευκαιρία ότι ήταν έντονα αντιεκκλησιαστικό για προσωπικούς του λόγους, η Θαΐς δεν είναι εταίρα αλλά ηθοποιός. Εν προκειμένω έλυσα το θέμα των οραμάτων του Αθαναήλ αλλά και άλλα πρακτικά ζητήματα της όπερας χρησιμοποιώντας τον βωβό κινηματογράφο της δεκαετίας του ΄20.Δεν θέλησα τη δεκαετία του ΄50 η οποία παραπέμπει στο Χόλιγουντ, ενώ παράλληλα σκοπός μου ήταν να διατηρήσω και μια ποιητική απόσταση. Εξάλλου η δεκαετία του ΄20 είναι σχεδόν η εποχή του Μασνέ αλλά και αρκετά κοντά χρονικά στην ατμόσφαιρα fin de siecle η οποία διαποτίζει ολόκληρο το έργο».

  • Ποια είναι, αλήθεια, η Θαΐς;

«Η Θαΐς δεν είναι σαν τη Βιολέτα ή τη Λεονόρα, ένα ταπεινωμένο θύμα δηλαδή της αστικής ηθικής» σημειώνει η Σιλβί Χάουελ σε κείμενό της υπό τον τίτλο «Η Θαΐς και η ηθική μιας εποχής» (μετάφραση Νίκος Δ.Καραναστάσης) το οποίο δημοσιεύεται στο πρόγραμμα του Μεγάρου. Η ίδια συνεχίζει: «Δεν είναι διόλου η μια γυναίκα που καταδικάζει η κοινωνία, αντίθετα ενσαρκώνει και συμβολίζει τη λαμπρή ζωή στον κόσμο των Επικουρείων στην Αλεξάνδρεια του 4ου αιώνα, εκείνη τη “βδελυρή πολιτεία” όχι μόνο της ηδονής αλλά και της επιστήμης και της τέχνης, στον παράδεισο της Γνώσης, που ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένος στη λατρεία της Αφροδίτης. Η Θαΐς η εταίρα (μιμάς στο μυθιστόρημα του Ανατόλ Φρανς) δεν έχει τίποτε το περιθωριακό και εμφανίζεται μάλλον σαν αδιαφιλονίκητη βασίλισσα της πόλης. Σε αυτόν τον τόπο του αισθησιασμού δεν υπάρχει ίχνος ενοχής που να διαταράσσει την αρμονία και τη γιορτινή ατμόσφαιρα: η Θαΐς και όσοι την περιβάλλουν αγνοούν την έννοια της αμαρτίας, η ηδονή γι΄ αυτούς δεν έχει το θέλγητρο του απαγορευμένου καρπού».

Σύμφωνα με τη συγγραφέα του κειμένου, η Θαΐς είναι παντελώς αθώα, αμοραλίστρια ίσως, πάντως όχι ανήθικη. «Οταν προσφέρει αμέσως το κορμί της στον θρησκόληπτο επισκέπτη της και του εκθειάζει τα καλά της ηδονής, δεν αποδεικνύει διόλου πόσο ισχυρός είναι ο δαίμονας αλλά απλώς αναγνωρίζει ότι στη φύση υπάρχει ο Ερωτας,  στον οποίο είναι μάταιο να αντισταθείς…». Κατά τη Χάουελ,ο Αθαναήλ, αντιθέτως, φαίνεται να βασανίζεται για τα καλά.

«Εξαιτίας του και μέσω αυτού προβάλλει το φάσμα της αμαρτίας και της ενοχής. Αν και άγιος άνθρωπος, δεν έχει τίποτε το αθώο. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι αυτός φέρνει το Κακό στην Αλεξάνδρεια, αφού η αμαρτία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την επίγνωση του σφάλματος. Σημεία αναφοράς του Αθαναήλ δεν είναι ο Ερωτας και η Αφροδίτη αλλά ο Αδάμ και η Εύα…».

Ολοκληρώνοντας το κείμενό της η Χάουελ υποστηρίζει ότι το ηθικό δίδαγμα της Θαΐδας είναι παράξενο: «Η αμαρτία γίνεται στο έργο αρετή και η αρετή αμαρτία…Υπάρχει κάτι φαουστικό στην κατάκτηση αυτή της ουράνιας ευδαιμονίας μέσω των δρόμων που ανοίγει ο Ερωτας. Είναι μήπως η Θαΐς μια δικαίωση του σαρκικού πόθου, μια λεπτή κριτική όσων πρεσβεύει η χριστιανική εκκλησία και των ενοχών που προκαλεί, ένας εξορκισμός του άγχους του αμαρτήματος που συνοδεύει τον πόθο; Οπως και αν έχουν τα πράγματα, στη Θαΐδα νιώθουμε να φυσά ένας άνεμος ελευθερίας και γοητείας,στον οποίο ο Μασνέ κατάφερε να προσθέσει μια συναισθηματική πτυχή που κάνει το έργο αυτό τολμηρό και πρωτότυπο, ένα έργο που στην ουσία αντανακλά αρκετά καλά τη διεισδυτική σκέψη όλων εκείνων των εκλεπτυσμένων λογίων της εποχής για τους οποίους η ηθική είχε πάψει πλέον να αποτελεί παγιωμένη κατάκτηση».

Η «Θαΐς» παρουσιάζεται στις 7, 8,10,11,13,14 και 15/3 στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Πληροφορίες στο τηλ. 210 7282.333.

  • της ισμας μ. τουλατου | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Μαρτίου 2009
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: