Αντονίν Ντβόρζακ «Ρούσαλκα»

  • Οταν οι ερωτικοί δαίμονες ξυπνούν
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ
Ο Αντονίν Ντβόρζακ ολοκλήρωσε τη «Ρούσαλκα» το 1901, σε ηλικία 60 ετών, και ασφαλώς θα ήταν υποτιμητικό γι’ αυτόν να θεωρήσουμε ότι προόριζε το οπερατικό αριστούργημά του για… παιδιά! Οποιοσδήποτε ενήλικας διακρίνει εύκολα στον πυρήνα της σκοτεινής αυτής νεραϊδοϊστορίας την αγωνία αντιμετώπισης της γυναικείας επιθυμίας στον ανδροκρατούμενο κόσμο της βικτοριανής εποχής. Ρομαντικό έργο, εμβληματικό της τσεχικής εθνικής σχολής, έχει προ πολλού ενταχθεί στο βασικό ρεπερτόριο των ανά τον κόσμο λυρικών θεάτρων. Παρ’ ότι αποδείχτηκε ακραία τολμηρό και για αρκετούς ίσως δυσνόητο, το πρώτο ελληνικό ανέβασμά του από την ΕΛΣ σε συμπαραγωγή με την Οπερα της Νίκαιας ήταν μια όλως ευπρόσδεκτη, ηρωική κίνηση.

Η Μαριόν Βάσερμαν, σκηνοθέτις της διπλά συναρπαστικής παράστασης, που είδαμε και ακούσαμε στο Ολύμπια, υποκατέστησε την αυθεντική υπόθεση της όπερας με μια αριστοτεχνικά και εξαντλητικά επεξεργασμένη δραματουργική μετάπλαση. Διατηρώντας ορατό το σοβαρό νεραϊδοπαραμύθι των Κβάπιλ/Ντβόρζακ ως ψυχολογικό/συμβολικό αφηγηματικό οδηγό και, βεβαίως, κρατώντας ως άξονα το βασικό θέμα της απαγορευμένης, άρα και απειλητικής ερωτικής επιθυμίας, παρέστησε στη σκηνή το εφιαλτικό θέατρο των φόβων και των αναδυόμενων επιθυμιών του ομοφυλόφιλου βασιλιά Λουδοβίκου Β’ της Βαυαρίας (1845-86).

Η Ρούσαλκα (=Νεράιδα) χάνει τη φωνή της ελπίζοντας μάταια να κερδίσει τον πρίγκιπα που ποθεί· ο Λουδοβίκος, που οι Γερμανοί αποκαλούν Marchenkonig (=Βασιλιά των παραμυθιών), είναι φορέας μιας «αγάπης που δεν τολμά να πει το όνομά της». Αμφότεροι σιωπούν, αμφότεροι αποτυγχάνουν και χάνονται: αυτή εξορίζεται ανάμεσα σε δύο κόσμους καταδικασμένη να σύρει άνδρες στον θάνατο, αυτός τρελαίνεται…

Η Γαλλίδα σκηνοθέτις δανείζεται στοιχεία από τον Κλάους Μαν και τον Βισκόντι και ξετυλίγει μια αριστοτεχνική ακολουθία σκηνών. Αλλοτε βαθμιαία και άλλοτε απότομα, πραγματική δράση και ήρωες (αυλικοί, πρίγκιπας, πατέρας, μνηστή, τραγουδιστές) μεταμορφώνονται σε παραισθησιακές καταστάσεις και σύμβολα (ανδροφάγος μνηστή, βασιλιάς των ξωτικών, προβολικές ταυτίσεις και σχιζοφρενικές διαιρέσεις) οπτικοποιώντας επί σκηνής την παλινδρομική αλλοίωση της πραγματικότητας που βιώνει ένας άνθρωπος όταν εξωθείται στην τρέλα.

Μακράν του να διαφημίζει την ομοφυλοφιλία, η διεισδυτική αλλά ταυτόχρονα ευσπλαχνική ματιά της ανατέμνει το μαρτύριο του Λουδοβίκου ως ηττημένου «άλλου», για τη διαφορετικότητα του οποίου δεν υπάρχει τόπος. Αν και ενίοτε μέτρια φωτισμένο, το μονοτοπικό σκηνικό του Τιερί Γκουντ -μια σφηνοειδούς προοπτικής αίθουσα βικτοριανού ανακτόρου που στην γ’ πράξη απογυμνώνεται μετατρεπόμενο σε διαρρηγμένο ψυχολογικό τόπο- υπηρετεί θαυμάσια την ιδέα της Βάσερμαν. Ομοίως και τα βικτοριανά κοστούμια του Μπρούνο Φαταλό.

Σε καθαρά μουσικό επίπεδο η παράσταση ήταν πραγματικά διεθνούς επιπέδου. Βασισμένη σε ξένους μονωδούς η πρώτη διανομή περιλάμβανε ένα εκπληκτικό πρωταγωνιστικό τρίο. Παρ’ ότι η χυμώδης, μεγάλη, δραματική φωνή της άργησε κάπως να «ζεσταθεί» στην α’ πράξη, η Τσέχα υψίφωνος Ναταλία Ουσάκοβα ενσάρκωσε μια αισθαντική, βαθύτατα συγκινητική Ρούσαλκα. Με ωραίο παράστημα, ιδανικά εύπλαστη, εύηχη φωνή και καλαίσθητα φορτισμένο τραγούδι, ο επίσης Τσέχος τενόρος Πάβελ Τσέρνοχ υπήρξε ιδανικός Πρίγκιπας!

Ωστόσο, την παράσταση κυριολεκτικά έκλεψε η Σλοβάκα μεσόφωνος Ντενίσα Χαμάροβα: διαθέτοντας πλούσια, μυώδη, καλοεστιασμένη φωνή, άρτια τεχνική, σκηνική παρουσία ασύλληπτης σαγήνης και δραματικό ένστικτο σε πλήρη εγρήγορση έφερε με άνεση αμφότερους τους ρόλους της Γέζιμπαμπα (=μάγισσα) και της Ξένης Αρχόντισσας. Στον αυστηρό γερο-Βόντνικ (=Ξωτικό του νερού) δάνεισε την κουρασμένη φωνή του ο Ουκρανός βαθύφωνος Γεβγέν Σόκαλο, ενώ το τρίο των ερωτύλων Δρυάδων απέδωσαν πολύ καλά τραγουδίστριες της ΕΛΣ (Σολόβυ, Μαρκέτου, Βουδουράκη). Ο Σλοβάκος αρχιμουσικός Γιάροσλαβ Κίζλινκ οδήγησε την παράσταση με πυγμή και ακρίβεια, υποστηρίζοντας σωστά τους τραγουδιστές. Κυρίως, όμως, κατάφερε να αντλήσει από την ορχήστρα της ΕΛΣ τον συμφωνικού βάρους και πλούτου ήχο του Ντβόρζακ, ήχο που, όπως αυτός του Βάγκνερ, είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλά συνοδευτικός για τις φωνές.

Συμπέρασμα; Οσοι προτιμούν μόνο πλούσιο θέαμα, αφηγήσεις πρώτου επιπέδου και ρομαντικές συγκινήσεις -όλα αυτά που αποκαλεί ο Μπρεχτ «γαστριμαργική» εκτόνωση- ας μείνουν στο σπίτι με τα παιδιά. Οσοι ζητούν κάτι μουσικά συναρπαστικό, ψυχολογικά διεισδυτικό και σκηνικά άγριο θα το βρουν σε αυτή τη «Ρούσαλκα» με το παραπάνω! *

  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 09/03/2009
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: