Αλφι Μπόου: Τον έχασε η αυτοκινητοβιομηχανία, τον κέρδισε η όπερα

  • Συνέντευξη:  Αλφι Μπόου

Μοιάζει κάπως σαν παραμύθι ή έστω σαν μια θαυμάσια εκδοχή του… british dream.

Ο Βρετανός τενόρος χαμογελά με φόντο ένα ηλιόλουστο μεσογειακό τοπίο.

Ο Βρετανός τενόρος χαμογελά με φόντο ένα ηλιόλουστο μεσογειακό τοπίο.

  • Ο Αλφι Μπόου, γεννημένος το 1973 στο Φλίτγουντ της βόρειας Αγγλίας, ήταν ο μικρότερος γιος μιας οικογένειας με 9 παιδιά. Στα 17 του δούλευε ήδη σε μια αυτοκινητοβιομηχανία ως βοηθός μηχανικού, με κύρια αποστολή να γυαλίζει τα καινούργια αυτοκίνητα. Για να ψυχαγωγεί τους συναδέλφους του τραγουδούσε άριες και αποσπάσματα από μιούζικαλ. Μια μέρα, όμως, έτυχε να τον ακούσει ένας από τους πελάτες, που διέκρινε το ταλέντο του και τον συμβούλευσε να περάσει από οντισιόν στην D’ Oyly Carte Opera Company. Η οντισιόν ήταν επιτυχής, όπως επιτυχής ήταν κι η οντισιόν που πέρασε αργότερα για να μπει στο Royal College of Music…

Ετσι ο Μπόου δεν έγινε ποτέ μηχανικός αυτοκινήτων. Εγινε όμως γνωστός και πολυβραβευμένος τενόρος, με εμφανίσεις σε λυρικά θέατρα της χώρας του και των ΗΠΑ και με μία δισκογραφία που υποδέχτηκε πιο πρόσφατα το άλμπουμ «La Passione» (ΕΜΙ), όπου ερμηνεύει κλασικά ιταλικά τραγούδια.

Κι αυτά, αλλά και άριες από γνωστές όπερες, περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα της μιας, μοναδικής και πρώτης του ελληνικής συναυλίας. Στις 7 Απριλίου, ο Αλφι Μπόου θα βρίσκεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Δεν θα είναι ωστόσο η πρώτη του επίσκεψη στην Ελλάδα. «Εχω έρθει πολλές φορές για διακοπές, αλλά ποτέ για παράσταση. Ανυπομονώ…», λέει μια ζεστή, «χαμογελαστή» φωνή απ’ την άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής…

  • Επαιξε ρόλο και η τύχη στο ξεκίνημά σας;

«Αναμφισβήτητα. Αργότερα δούλεψα βέβαια πολύ σκληρά. Στην αρχή όμως ήταν θέμα τύχης ότι συνάντησα στο σωστό timing, τους κατάλληλους ανθρώπους, που μου έδωσαν την κατάλληλη συμβουλή».

  • Στα 17 σας ήδη δουλεύατε…

«Στη Βόρεια Αγγλία σε συμβουλεύουν να περάσεις πρώτα μια περίοδο πρακτικής, ώστε να αποφασίσεις συνειδητά αν ένας επαγγελματικός τομέας σε ενδιαφέρει ή όχι. Εγώ ήθελα να γίνω μηχανικός. Τελικά, βέβαια, μόνο αυτό δεν έγινα!»

  • Είχατε ήδη ανακαλύψει την όπερα;

«Την ανακάλυψα πολύ μικρός (ο πατέρας μου άκουγε φανατικά τις ηχογραφήσεις του Ρίχαρντ Τάουμπερ), αλλά δεν έδειχνα και μεγάλο ενδιαφέρον. Μεγαλύτερος ξανάκουσα κάποιες όπερες και τότε επέστρεψαν όλες οι παιδικές μου αναμνήσεις. Από κείνη τη στιγμή άρχισα πραγματικά να ενδιαφέρομαι για την όπερα».

  • Δεν προέρχεστε πάντως από έναν τόπο με τέτοια παράδοση.

«Ακριβώς. Στην Αγγλία, η κλασική μουσική δεν διδάσκεται καν στα σχολεία -αν και κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στις βασικές γνώσεις».

  • Διάβασα ότι η πρώτη που εντόπισε το μουσικό σας ταλέντο ήταν η αδελφή σας.

«Αλήθεια είναι. Η αδελφή μου με σύστησε σε μια ομάδα ερασιτεχνών τραγουδιστών κι εκείνοι μου πρότειναν να γίνω μέλος της χορωδίας τους. Μαζί τους πρωτοβγήκα δημοσίως σε σκηνή και ενθουσιάστηκα -εν μέρει γιατί στη χορωδία ήταν κι ένα κορίτσι που μου άρεσε πολύ και ήθελα να της ζητήσω να βγούμε. Δυστυχώς, αρνήθηκε!»

  • Για να σπουδάσετε στο Royal College of Music περάσατε από οντισιόν;

«Ασφαλώς, και ήταν πολύ τρομακτική εμπειρία. Είχα αφάνταστο άγχος γιατί, πέρα από όλα τ’ άλλα, μέχρι τότε δεν είχα μάθει να διαβάζω μουσική. Θυμάμαι την πρώτη μου εντύπωση όταν πέρασα τις πόρτες του κολεγίου: ήταν υπέροχα, καθώς διαφορετικές μουσικές έφταναν από όλα τα σημεία του κτιρίου και δεκάδες σπουδαστές περνούσαν κρατώντας άλλος βιολί, άλλος φλάουτο. Αισθανόμουν βέβαια ότι ήμουν έξω απ’ τα νερά μου. Στην οντισιόν ευτυχώς τραγούδησα πολύ καλά. Οταν όμως με εξέτασαν στο τεχνικό μέρος, αυτό στο οποίο υστερούσα, δεν τα κατάφερα. Παρ’ όλα αυτά με δέχτηκαν κι εκεί πια έμαθα να διαβάζω μουσική. Μάθαινα πολύ γρήγορα κι όσο περισσότερη μουσική άκουγα, τόσο περισσότερο αναζητούσα καινούρια ερεθίσματα».

  • Είστε λοιπόν μια θαυμάσια εκδοχή του… βρετανικού ονείρου.

«Κι όμως εξακολουθώ να δουλεύω σκληρά. Νομίζω μάλιστα ότι ένας λυρικός τραγουδιστής δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ να δουλεύει».

  • Ποιος είναι ο πιο αγαπημένος σας ρόλος στην όπερα;

«Ενας από τους πιο αγαπημένους μου ρόλους -που τον έχω μάλιστα ερμηνεύσει αρκετές φορές- είναι του Ροδόλφου, στην «Μποέμ» του Πουτσίνι. Ενας άλλος είναι του Αλμπέρτ Χέρινγκ από την ομώνυμη όπερα του Μπέντζαμιν Μπρίτεν. Κι ένας ακόμα, για τον οποίο ανυπομονώ (γιατί τον είχα διδαχτεί στο Royal College και είχα ασχοληθεί καιρό μ’ αυτόν) είναι ο Αλφρέντο, στην Τραβιάτα. Θα τον ερμηνεύσω για πρώτη φορά για τη National Opera στο τέλος του χρόνου».

  • Υπάρχουν ρόλοι σε καινούργια ή και σύγχρονα μουσικά έργα που θα ενδιέφεραν έναν νέο τενόρο; Η όπερα επιβιώνει;

«Η όπερα, όσο κι αν κάποιοι προβλέπουν ότι θα εξαφανιστεί, είμαι σίγουρος ότι θα επιβιώσει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είδος μουσικής. Πάντα κάπου στον κόσμο θα ερμηνεύεται. Υπάρχουν και πολλά καινούργια έργα που γράφονται. Εκπληκτικές όπερες, πρωτότυπες και πολύ διαφορετικές, έχει γράψει π.χ. ο Τζον Ανταμς. Και υπάρχουν κι ακόμα πιο νέοι συνθέτες, που καμιά φορά γράφουν για νέους ερμηνευτές -εγώ βέβαια δεν συμπεριλαμβάνομαι πια σ’ αυτούς τους τελευταίους».

  • Η ποπ κουλτούρα έχει εισβάλει στον κόσμο της όπερας. Παίζει πια ρόλο η εξωτερική εμφάνιση, το μάρκετινγκ. Εσείς τι λέτε;

«Συμφωνώ ότι έχει ασκήσει τεράστια επίδραση στην όπερα. Εχει ελαφρώς παραγίνει, π.χ. ο τρόπος που διαχειρίζονται ορισμένοι καλλιτέχνες τη διασημότητά τους, γιατί καταλήγουν κι αυτοί και το κοινό τους να ασχολούνται περισσότερο με οτιδήποτε άλλο παρά με τη μουσική αυτή καθεαυτή. Πιστεύω ότι η μουσική έρχεται και οφείλει να έρχεται πάντα πρώτη. Επίσης απεχθάνομαι το cross-over: είμαι μέχρι ενός σημείου περίεργος όταν αφορά αυστηρά το πεδίο της κλασικής μουσικής και μόνον. Δεν μου αρέσει όμως καθόλου όταν ένας λυρικός τραγουδιστής προσπαθεί να ερμηνεύσει ποπ».

  • Γιατί;

«Γιατί δημιουργείται σύγχυση στο κοινό και ως προς το τι είναι κλασική μουσική και ως προς το τι είναι λυρικός ερμηνευτής».

  • Από τους πρώτους που φλέρταραν με την ποπ κουλτούρα ήταν οι τρεις τενόροι -ο Παβαρότι ιδιαίτερα.

«Ναι, αλλά δεν έκαναν ποτέ συμβιβασμούς ως προς τη μουσική. Δεν άρχισαν στα κονσέρτα τους να λένε ποπ. Αριες έλεγαν. Ακόμα κι όταν ερμήνευαν π.χ. αποσπάσματα από το «West Side Story», το έκαναν με τον δικό τους τρόπο. Τα τελευταία χρόνια ο Παβαρότι -τον οποίο θαύμαζα απεριόριστα- συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως οι U2 ή η Ανι Λένοξ. Είχε όμως ήδη πίσω του μια σπουδαία 40ετή καριέρα και ήταν πια ένας καθιερωμένος, σπουδαίος λυρικός τραγουδιστής. Μπορούσε πλέον να αποφασίσει τι άλλο θέλει να κάνει. Αλλά και ό,τι τραγούδησε με αυτούς τους καλλιτέχνες, ήταν προσαρμοσμένο στη φωνή και στις δυνατότητές του».

  • Σας αρέσουν κι εσάς οι καντσονέτες ή τα οπερετικού τύπου τραγούδια όπως το «Caruso» του Ντάλα, αν κρίνουμε από τις επιλογές σας στον τελευταίο σας δίσκο («Passione»)…

«Είναι μια δουλειά που την απόλαυσα εξαιρετικά. Εξαρχής ήθελα να επιτύχω την αναδημιουργία της μουσικής απλότητας αυτών των τραγουδιών και να διατηρήσω την ερμηνεία λιτή -άλλοτε μόνο πιάνο-φωνή, άλλοτε μόνο βιολί-φωνή. Θα ήταν υπέροχο αλλά… οι δισκογραφικές εταιρείες έχουν τη δική τους άποψη για ένα δίσκο. Κάποιες αποφάσεις ή επιλογές σου δεν συμπίπτουν με αυτό που θέλει η εταιρεία, κι έτσι καμιά φορά αναγκάζεσαι να κάνεις ένα βήμα πίσω. Οπως και να ‘χει, το τελικό αποτέλεσμα με ικανοποίησε πολύ: συμπεριλήφθηκαν τελικά πολλά τραγούδια που λατρεύω και ήθελα να τα πω -αν και δεν τα ήθελε η εταιρεία. Εγινε αμοιβαίος συμβιβασμός».

  • Τι άλλο εύχεστε για εσάς;

«Προσπαθώ να μην κάνω μακρόπνοα σχέδια. Θα εγκατέλειπα και αύριο την εμπορική πλευρά αυτής της δουλειάς, εάν μου δινόταν η ευκαιρία να εμφανίζομαι μόνιμα σε μία όπερα, να συγκεντρωθώ στις σκηνικές παραγωγές διευρύνοντας το ρεπερτόριό μου και να καλλιεργήσω τις σχέσεις μου με τα σπουδαία λυρικά θέατρα του κόσμου. Περισσότερο από οτιδήποτε μού αρέσει να τραγουδώ ζωνταντά μπροστά στο κοινό. Αυτό είναι το μεγάλο πάθος μου».

Οι άνθρωποι χάνουν δουλειές και σπίτια. Τη δισκογραφία θα θρηνούμε;
  • Πώς βλέπετε γενικά τη δισκογραφία;

«Νομίζω ότι άλλαξε. Κατέβασε τον πήχυ. Είναι λίγο ανεύθυνη ως προς το τι πρέπει να εκδώσει και τι όχι. Πολλοί από τους δισκογραφικούς ιθύνοντες δεν έχουν ιδέα από μουσική. Μπορεί να είναι μεγάλοι επιχειρηματίες αλλά ό,τι κάνουν αφορά επιχειρήσεις, λεφτά και δυστυχώς όχι τη μουσική».

  • Τι δισκογραφικό μέλλον, όμως, μπορεί να έχει ένας σύγχρονος λυρικός τραγουδιστής σε μια τέτοια δισκογραφία που περνάει και κρίση;

«Εγώ τουλάχιστον προσπαθώ να μην κοιτώ βαθιά κι απόλυτα στην κρίση -άλλωστε, πάντα, κάποιο σημείο του κόσμου περνάει μία μεγάλη οικονομική κρίση. Κι ύστερα η δισκογραφική κρίση δεν είναι τίποτα μπροστά σε άλλα προβλήματα -άνθρωποι χάνουν τη δουλειά ή το σπίτι τους. Το να κάνεις ένα δίσκο δεν είναι θέμα επιβίωσης. Ακόμα κι αν κατέρρεε πλήρως η δισκογραφία, εγώ θα μπορούσα να τραγουδώ παντού».

**Εισιτήρια προπωλούνται ήδη στα ταμεία του Μεγάρου Μουσικής και στοιχίζουν 85, 45, 35, 25 ευρώ και 15 ευρώ το φοιτητικό.*

  • , Ελευθεροτυπία, Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: