Στη φονταμενταλιστική κόλαση του Κρόμγουελ

  • Το ευρηματικό σκηνικό, ασυνήθιστα μακρόστενου σχήματος, και η καλαίσθητη σκηνοθεσία έκαναν το οπτικό μέρος αναμφίβολα ισχυρό χαρτί των «Πουριτανών» της Λυρικής Σκηνής. Το ακρόαμα σκόνταψε όχι στον τενόρο Μπράιαν Ιμελ, που δεν διέθετε τις θρυλικές υψηλές νότες του Αρτούρο, αλλά στις Χορωδία και Ορχήστρα της ΕΛΣ, που δεν ανταποκρίθηκαν στις μπελίνειες απαιτήσεις. Εναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του μπελ-κάντο επέλεξε για να δοκιμαστεί εφ’ όλης της ύλης η ΕΛΣ, ανεβάζοντας τους «Πουριτανούς» του Μπελίνι σε συμπαραγωγή με την Οπερα της Ολλανδίας και το Μεγάλο Θέατρο της Γενεύης.

Η Κουβανέζα υψίφωνος Εγκλίζ Γκουτιέρες (Ελβίρα) και ο Αμερικανός τενόρος Μπράιαν Ιμελ (Αρτούρο) υπό το βλέμμα της πουριτανικής, τυραννικής κοινωνίας

Η Κουβανέζα υψίφωνος Εγκλίζ Γκουτιέρες (Ελβίρα) και ο Αμερικανός τενόρος Μπράιαν Ιμελ (Αρτούρο) υπό το βλέμμα της πουριτανικής, τυραννικής κοινωνίας

Παρακολουθήσαμε τη δεύτερη παράσταση (27/4) αποκομίζοντας έντονα διιστάμενες εντυπώσεις, δίχως αυτό να ακυρώσει τη μέγιστη απόλαυση από το γεγονός ότι είχαμε ξανά την ευκαιρία να ακούσουμε και να δούμε σκηνικά ανεβασμένη αυτή την ιδιαίτερα απαιτητική όπερα.

Το οπτικό μέρος υπήρξε αναμφίβολα ισχυρό χαρτί της παραγωγής, συνδυάζοντας αβίαστα τη σύγχρονη αποκωδικοποίηση του δράματος με τον συμβατικό ιστορισμό του ποιητικού κειμένου. Εστιάζοντας σωστά στον προφανή δραματουργικό άξονα της όπερας, την τραγική αντιπαράθεση έρωτα και πολιτικοθρησκευτικού φονταμενταλισμού, ο Ελληνοϊσπανός σκηνοθέτης Φρανθίσκο Νεγκρίν υπηρέτησε άριστα το σκυθρωπό αριστούργημα του Μπελίνι. Η κλασικά ημιαφαιρετική πρότασή του διέθετε επική πνοή, ήταν βαθύτατα λυρική, καλαίσθητη, δομημένη με αδρές γραμμές και επεξεργασμένη σε βάθος λεπτομέρεια.

Το ευρηματικό σκηνικό της Ες Ντέλβιν, όπου κυριαρχούσαν τόνοι του γκρίζου, λειτούργησε ως ευαίσθητο αντηχείο στις διαθέσεις της μουσικής. Ξαφνιάζοντας με την κινητικότητά του και την εύστοχη υιοθεσία ασυνήθιστα μακρόστενου σχήματος, συνίστατο σε μια μακρά ακολουθία από κυλιόμενα, κλειστοφοβικά μεταλλικά κελιά με λιγοστές φυγές. Κυρίαρχο μοτίβο, η ανάγλυφη γραφή Μπράιγ σφράγιζε κάθε επιφάνεια συμβολίζοντας την τυραννική κυριαρχία του φονταμενταλιστικού λόγου· μόνον στην γ’ πράξη, στις λιγοστές στιγμές ευτυχίας των εραστών που ξανασμίγουν, ο δικός τους -επιτέλους ερωτικός- λόγος κατακλύζει αίφνης ολόκληρο τον ορίζοντα της σκηνής! Λιτά, καλοφτιαγμένα κοστούμια εποχής (Λουί Ντεζιρέ), υποβλητικοί, λεπτής ευαισθησίας φωτισμοί (Μπρούνο Πόετ) και θαυμαστής οικονομίας χορογραφία κινήσεων συμπλήρωσαν τη ρέουσα σκηνική αφήγηση.

Οσον αφορά το ακρόαμα, τα πράγματα πρόβαλαν άνισα, όμως όχι για τους αναμενόμενους λόγους. Κάθε παραγωγή των «Πουριτανών» εξαρτάται από το κουαρτέτο των βασικών πρωταγωνιστών που πρέπει να είναι σκηνικά και μουσικά ισάξιοι. Ο ανερχόμενος Αμερικανός τενόρος Μπράιαν Ιμελ ασφαλώς απογοήτευσε όσους περίμεναν διακαώς να ακούσουν τις γνωστές, σημειακές στρατοσφαιρικές αναρριχήσεις. Η αυτονόητη ένσταση, πως δίχως Αρτούρο ικανό να δώσει τις μετρημένες, θρυλικές υψηλές νότες δεν ανεβάζει κανείς «Πουριτανούς», δύσκολα σηκώνει αντίρρηση! Ομως, κατά τα άλλα -που δεν είναι ούτε λίγα ούτε αυτονόητα- τραγούδησε εξαίρετα συνεισφέροντας σε μια απολύτως ισορροπημένη διανομή. Ηδύφωνο, εύπλαστο, τεχνικά σωστό, διαποτισμένο από ευγενές συναίσθημα το μπελίνειο τραγούδι του μας χάρισε μοναδικές στιγμές.

Απέναντί του, η Κουβανέζα υψίφωνος Εγκλίζ Γκουτιέρες ενσάρκωσε μια Ελβίρα εύθραυστη και τρομαγμένη. Αν και ενίοτε λίγο αμέτοχο, το δικό της τραγούδι υπήρξε ιδανικά μπελκαντίστικο: τεχνικά άψογο και τελειοθηρικά πλασμένο, αφειδώλευτα εμπλουτισμένο με άριστα δοσμένες εξάρσεις λαμπερής, στιλιστικά ενημερωμένης δεξιοτεχνίας. Το πρωταγωνιστικό τετράγωνο συμπλήρωσαν με βαρύνουσες σκηνικές παρουσίες και ωραίες, μεστές φωνητικές συμμετοχές ο υποβλητικός Ούγγρος βαθύφωνος Μπάλιντ Σάμπο (Τζόρτζιο), τον οποίο ο Νεγκρίν σκηνοθέτησε εύστοχα ως κυνικό, ημιπαράφρονα μεγαλοεκμεταλλευτή, και ο Ιταλός βαρύτονος Τζόρτζιο Καοντούρο, που πρόσφερε ένα σπαρακτικό, οδυνηρά πικρό πορτρέτο τού διπλά άτυχου Ρικάρντο. Η μεσόφωνος Ειρήνη Καράγιαννη έδωσε στον σύντομο ρόλο της Βασίλισσας Ενρικέτας τη δέουσα βαρύτητα. Αξιοπρεπείς ως Βάλτον και Μπρούνο ήσαν ο Τάσος Αποστόλου και ο Φίλιππος Δελλατόλας αντίστοιχα.

Οι συμπαραγωγές ανεβάζουν τον πήχυ

Μείζον πρόβλημα ήταν η απόδοση της Χορωδίας και της Ορχήστρας της ΕΛΣ, τις οποίες διηύθυνε ο Ουκρανός Αντρί Γιουρκέβιτς. Ο Μπελίνι δεν ζητεί «ωραίο τραγούδι» μόνον από τους τραγουδιστές, αλλ’ επίσης από την ορχήστρα και τη χορωδία, κάτι που τα σύνολα της ΕΛΣ δεν διαθέτουν· τουλάχιστον στον βαθμό που είναι αναγκαίο στο συγκεκριμένο έργο. Ο ήχος της χορωδίας ήταν σχεδόν συνεχώς ανεστίαστος ή ασυντόνιστος, και το τραγούδι της «έμενε πίσω» λειτουργώντας ως βαρίδι στη μουσική ροή. Αντίστοιχα το παίξιμο της ορχήστρας ηχούσε μηχανικό, στεγνό, δίχως την πλαστικότητα και την πτητικότητα που είναι απαραίτητες για να απογειωθεί η παραπλανητικά απλή ορχηστρική γραφή του Μπελίνι· από τις όχι λίγες, κρίσιμες και ιδιαίτερα εκτεθειμένες σολιστικές σελίδες που προβλέπει ο συνθέτης για τα πνευστά, μόνον αυτές της τρομπέτας αποδόθηκαν καλά.

Ασφαλώς και οι συμπαραγωγές με λυρικά θέατρα μεγάλης κλάσεως συνιστούν άριστες ασκήσεις ενηλικίωσης για την ΕΛΣ. Ομως, για να αποδώσουν θετικά τα μεγαλοπιάσματα, αμείλικτες προϋποθέσεις είναι η ικανότητα και η διάθεση για υπερβάσεις.

ΥΓ. Η διακριτικά εξεζητημένη, ταιριαστά ποιητική μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια υπηρέτησε ιδανικά το λόγιο, πρωτορομαντικό στίγμα του ποιητικού κειμένου, συνεπώς και της μουσικής.*

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: