Archive for Ιουνίου 2009

Ευεργετικές για την καρδιά οι όπερες


Η ακρόαση του κατάλληλου είδους μουσικής μπορεί να έχει θεραπευτικά αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μια νέα επιστημονική έρευνα, οι όπερες -ειδικά του Βέρντι!- κάνουν καλό στην καρδιά, χαμηλώνουν την πίεση του αίματος και βοηθούν στην αποκατάσταση ασθενών με εγκεφαλικά και εμφράγματα.

Η μουσική ήδη αξιοποιείται σε αρκετά νοσοκομεία, καθώς αποτελεί μια εύκολη και φθηνή μέθοδο, που βοηθά τόσο το σώμα όσο και την ψυχική διάθεση των ασθενών, αλλά η νέα έρευνα, σύμφωνα με το BBC, έκανε ένα βήμα παραπέρα και διαπίστωσε ότι ορισμένα συγκεκριμένα είδη μουσικής έχουν ευεργετική επίδραση σε συγκεκριμένες ασθένειες.

Η έρευνα έγινε από ερευνητές του πανεπιστημίου της Παβίας, υπό τον δρα Λουτσιάνο Μπερνάρντι, και δημοσιεύτηκε στο ιατρικό περιοδικό «Circulation» (Κυκλοφορία) της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρίας. Οι εθελοντές της νέας έρευνας, φορώντας ακουστικά και όντας συνδεμένοι σε διάφορα όργανα μέτρησης, άκουσαν διάφορα κομμάτια κλασικής μουσικής (από την «Ενάτη Συμφωνία» του Μπετόβεν, από τις όπερες «Τουραντό», «Ναμπούκο» και «Τραβιάτα», μια καντάτα του Μπαχ κ.α.).

Επιβεβαιώθηκε ότι η μουσική που έχει γρήγορο ρυθμό, αυξάνει τον ρυθμό της αναπνοής, τους κτύπους της καρδιάς και την πίεση του αίματος, ενώ η μουσική με πιο αργό ρυθμό έχει τις αντίστροφες επιδράσεις. Όπως παρατηρήθηκε, κάθε μουσικό κρεσέντο, δηλαδή η σταδιακή ενίσχυση της έντασης της μουσικής, διέγειρε το σώμα των εθελοντών και οδηγούσε σε σμίκρυνση των αιμοφόρων αγγείων, αύξηση της πίεσης του αίματος και των κτύπων της καρδιάς, καθώς και πιο γρήγορη αναπνοή. Όταν αντίθετα έπεφτε η ένταση της μουσικής, τα αγγεία διευρύνονταν, το σώμα χαλάρωνε, η καρδιά χτυπούσε πιο αργά και η αναπνοή γινόταν πιο αργή.

Οι ερευνητές δοκίμασαν διάφορους συνδυασμούς μουσικών κομματιών και σιωπής στους εθελοντές και βρήκαν τελικά κομμάτια, κυρίως από όπερες, όπου εναλλάσσονται ο γρήγορος και ο αργός ρυθμός, και τα οποία φαίνεται να είναι τα καλύτερα, όσον αφορά στις θετικές επιδράσεις στην καρδιά και το κυκλοφορικό σύστημα. Ειδικά, οι άριες του Βέρντι, που συχνά χρησιμοποιούν μουσικές «φράσεις» διάρκειας δέκα δευτερολέπτων, φαίνεται να συγχρονίζονται τέλεια με το φυσικό καρδιαγγειακό ρυθμό του σώματος.

Εκπρόσωπος της βρετανικής φιλανθρωπικής οργάνωσης «Music in Hospitals» (Μουσική στα Νοσοκομεία), η οποία εδώ και χρόνια παρέχει ζωντανή μουσική σε νοσοκομεία, άσυλα και γηροκομεία, δήλωσε ότι, σύμφωνα με την εμπειρία της οργάνωσης, «η δύναμη της μουσικής είναι απίστευτη. Έχουμε δει τεράστια οφέλη σε ανθρώπους που είχαν εγκεφαλικά επεισόδια ή εμφράγματα. Η μουσική έχει ολιστική επίδραση. Υπάρχουν ασθενείς από εγκεφαλικά, που ήσαν παράλυτοι και ξαφνικά μπορούν πάλι να κινηθούν σε συγχρονισμό με την μουσική που ακούνε». Τόνισε όμως, ότι οι μουσικές προτιμήσεις των ατόμων διαφέρουν σημαντικά, γι’ αυτό είναι σημαντικό οι ασθενείς να ακούνε κομμάτια που μπορούν να εκτιμήσουν.

Advertisements

Η Βάγκνερ «αναζητεί» τους Βάγκνερ και το ένοχο παρελθόν

Η Καταρίνα Βάγκνερ, δισέγγονη του συνθέτη και συνδιευθύντρια του διάσημου Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ

Σε ινστιτούτο ιστορικής έρευνας ανέθεσε η νεαρή Καταρίνα Βάγκνερ – δισέγγονη του συνθέτη και συνδιευθύντρια του διάσημου Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ από κοινού με την ετεροθαλή αδελφή της Εύα – το… «ξεκαθάρισμα» των σχέσεων της οικογένειάς της με το ναζιστικό καθεστώς. Οπως η 30χρονη σκηνοθέτις δήλωσε στον γερμανικό Τύπο, τα πρώτα επιστημονικά συμπεράσματα της έρευνας- στο πλαίσιο της οποίας θα αξιοποιηθούν μεταξύ άλλων και ανέκδοτα ντοκουμέντααναμένεται να δημοσιοποιηθούν το 2013.

Αρχής γενομένης από τον ίδιο τον Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883) η αλήθεια είναι ότι τόσο τα έργα του όσο και τα γραπτά και οι πεποιθήσεις του αλλά και γενικότερα ο τρόπος ζωής του τον ανήγαγαν σε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στη διάρκεια της ζωής του. Μετά τον θάνατό του, δε, η συζήτηση ως προς τις ιδέες του και την εφαρμογή τους- ειδικά στη Γερμανία στη διάρκεια του 20ού αιώνα- συντήρησαν τη σύλληψη αυτή. Τα σχόλιά του για τους εβραίους, ωστόσο, και τα σχετικά δοκίμια που έγραψε μετά το 1850- αρχικά με ψευδώνυμο και αργότερα με το όνομά του- και επηρέασαν τον αντισημιτισμό του Χίτλερ έγιναν αιτία να χυθούν έως σήμερα τόνοι μελανιού. Στο παραπάνω πλαίσιο μεγάλη συζήτηση έχει γίνει και για τη σχέση του Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ με το Γ΄ Ράιχ. Θερμή οπαδός του Χίτλερ, πολύ προτού αυτός αναρριχηθεί στην εξουσία, η Γουίνιφρεντ Βάγκνερ (νύφη του ιδρυτή της διοργάνωσης, σύζυγος του γιου του Ζίγκφριντ ), η οποία ηγείτο της διοργανώσεως από το 1930 συνετέλεσε ιδιαιτέρως, με δεδομένη και την προβολή της μουσικής του Βάγκνερ ως ιδεολογικής «σημαίας» του ναζισμού, στην περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων αυτών.

Σε συνάρτηση με όλα τα παραπάνω οι «ζωντανές» παρουσιάσεις έργων του Βάγκνερ εντός του Ισραήλ- σε αντίθεση με τις ηχογραφήσεις οι οποίες κυκλοφορούσαν ευρέως – αποτελούσαν ταμπού ως το 2001.

Ο πρώτος που τόλμησε να διευθύνει Βάγκνερ ήταν ο κορυφαίος αρχιμουσικός Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ (ο οποίος θα εμφανιστεί στις 29 Ιουνίου στο Ηρώδειο με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Σκάλας του Μιλάνου): το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, στο πλαίσιο μιας συναυλίας με τη Staatskapelle του Βερολίνου στο Ισραηλινό Φεστιβάλ της Ιερουσαλήμ, σχεδίαζε να παρουσιάσει την πρώτη πράξη από τη «Βαλκυρία», με τρεις λυρικούς τραγουδιστές, συμπεριλαμβανομένου του Πλάθιντο Ντομίνγκο.

Εν τούτοις, έντονες διαμαρτυρίες από πλευράς θυμάτων του Ολοκαυτώματος αλλά και της ισραηλινής κυβέρνησης ώθησαν τους υπεύθυνους της διοργάνωσης να ζητήσουν αλλαγή του προγράμματος. Ο Μπάρενμποϊμ συμμορφώθηκε, και εν τούτοις, στο τέλος της συναυλίας ανακοίνωσε πως θα παρουσιάσει Βάγκνερ ως ανκόρ, καλώντας όσους επιθυμούν να αποχωρήσουν. Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Τύπος, περίπου 50 άτομα αποχώρησαν ενώ γύρω στα 1.000 παρέμειναν, χειροκροτώντας με ενθουσιασμό στο τέλος. [ΤΟ ΒΗΜΑ, Σάββατο 20 Ιουνίου 2009]

Οι «Πουριτανοί» του Βιντσέντσο Μπελίνι στην Αθήνα

  • Οι πουριτανοί στην Αθήνα
  • Η ΑΥΓΗ: 14/06/2009
  • Γράφει ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ Π. ΛΟΥΚΑΚΟΣ

Οι διαμαρτυρόμενοι για διακριτική εις βάρος τους μεταχείριση Θεσσαλονικείς είχαν, ήδη στα 2006, το προνόμιο της πρώτης σύγχρονης αναβίωσης στη χώρα μας των «Πουριτανών», του κύκνειου άσματος του Βιντσέντσο Μπελίνι. Το έργο παρουσιάζει παροιμιώδεις δυσχέρειες γραφής για τη φωνή της υψιφώνου (που ο ίδιος ο Μπελλίνι μετρίασε στην εκδοχή που ετοίμασε για τη λιγότερο εκτεταμένη φωνή της Μαρία Μαλιμπράν,), αλλά ιδίως του τενόρου, δυσχέρειες προσανατολισμένες στις ιδιαίτερες ευκολίες του περίφημου τενόρου της εποχής Giovanni Battista Rubini.

Μέχρι την πρεμιέρα της Θεσσαλονίκης οι μόνες παραστάσεις που καταγράφονται εντός επικρατείας ήταν εκείνες περιοδεύοντα θιάσου στην Αθήνα, στα 1877, ιστορικές μολαταύτα γιατί σηματοδοτούσαν το απόλυτο ντεμπούτο της υψιφώνου Marcella Sembrich: η Πολωνέζα έμελλε να εξελιχθεί σε μιαν από τις πιο φημισμένες πριμαντόνες στη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης με ηχογραφικά τεκμήρια στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα.

Το γεγονός ότι το ίδιο το έργο επαναπροσδιορίστηκε μέσα από την ερμηνεία της (ελληνικής καταγωγής) Μαρίας Κάλλας, η οποία με αυτό τον ρόλο έκανε το άλμα στο μπελκάντο, ενώ η σκηνή της τρέλας της Ελβίρα αποτέλεσε την πρώτη δισκογραφική της χάραξη τον Νοέμβριο του 1949, δεν μετέβαλε το καθεστώς ελληνικής απουσίας των «Πουριτανών» από τον θεατρικό προγραμματισμό του 20ού αιώνα.

Η πρώτη αναβίωση του έργου από την Εθνική Λυρική Σκηνή, ως συμπαραγωγή με την Όπερα της Ολλανδίας και το Μεγάλο Θέατρο της Γενεύης, δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει υπ’ όψιν αυτή την ελληνική ιδιαιτερότητα: έτσι το αθηναϊκό κοινό των 4 παραστάσεων (24-30/04/2009) στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών βρέθηκε αντιμέτωπο με τις αμφίβολες αναχωρήσεις από το κείμενο που επέβαλε (και αποπειράθηκε να εξηγήσει σε ενημερωτικό σημείωμα) ο σκηνοθέτης Francisco Negrin.

Χωρίς ταπεινότητα, ο Νεγκρίν διεκδίκησε μεγαλύτερη δραματουργική και ψυχογραφική σοφία από εκείνη του λιμπρετίστα Κάρλο Πέπολι, αλλά και του ίδιου του Μπελλίνι, που δημιούργησε τη βαθιά βιωμένη μουσική του αξιοποιώντας το συγκεκριμένο κείμενο. Έτσι μετέβαλε αυθαιρέτως σε τραγικό το προβλεπόμενο αίσιο τέλος της γενικής αμνηστίας, ενώ επιχείρησε να παρέμβει και στους χαρακτήρες, ιδίως στον αγαθοποιό θείο της ηρωίδας Τζόρτζο, που θέλησε να παραστήσει ως «κυνικό και ελαφρώς παράφρονα εκμεταλλευτή» (!), παραγνωρίζοντας τη σημασία του ως πρότυπου, που σηματοδοτούσε έκφραση αντισυστημικής ευαισθησίας σε έναν ασφυκτικό κοινωνικό κλοιό.

Ας είναι! Στην παράσταση της 28ης η μουσική θριάμβευσε και χωρίς τη σκηνοθετική αρωγή, κόντρα στο σκοτεινό και συνεχώς μετακινούμενο σκηνικό, την γραφή Μπράιντ ως …κωδικοποίηση αντιστασιακής αλληλογραφίας, αλλά και στην ασταθή και ανέκφραστη διεύθυνση του Andriy Yurkevych, που δεν διευκόλυνε τους νεαρούς τραγουδιστές. Τενόρος και σοπράνο συνυπήρξαν προσφάτως με τη Renata Scotto, μεγάλη Ελβίρα του παρελθόντος, σε εκδήλωση στη Δημοτική Όπερα της Νέας Υόρκης (…;) και κράτησαν επάξια τους ρόλους.

Η Κουβανοαμερικανίδα Eglise Gutierrez συνάρπασε με την πλαστικότητα του φραζαρίσματος, το έξοχο λεγκάτο και την ψυχηρή στρατοσφαιρική της εντέλεια, ενώ ο -επίσης Αμερικανός- τενόρος Bryan Hymel ανταποκρίθηκε με κομψότητα και ρώμη στις τερατώδεις απαιτήσεις του ρόλου. Δραματικός και ατρόμητος ο Ρικκάρντο του Ιταλού Giorgio Caduro, ελαφρύς και μελιστάλαχτος ο Τζόρτζο του Ούγγρου μπάσσου Balint Szabo. Ο Τάσος Αποστόλου (Γκουαλτιέρο) και η Ειρήνη Καράγιαννη (Ενρικέτα) συμπλήρωσαν πολυτελώς μια διανομή χωρίς κενά και με αξιοσημείωτη μουσικολογική ενημέρωση…

ΡΑΒΕΝΝΑ. ΝΑΠΟΛΙΤΑΝΙΚΕΣ ΑΝΑΒΙΩΣΕΙΣ

  • Γνήσιο τέκνο της Νάπολι ο Ρικάρντο Μούτι συνεχίζει το πρόγραμμα που εγκαινίασε προ ετών (ars… brevis, 20.5.2007) για την αναβίωση της μουσικής παράδοσης της γενέτειράς του η οποία υπήρξε κάποτε το παγκόσμιο κέντρο της τέχνης των ήχων εκπαιδεύοντας και αναδεικνύοντας πολλούς σημαντικούς συνθέτες. Τελευταία ανακάλυψη του διαπρεπούς μαέστρου είναι η ξεχασμένη όπερα Δημοφόων του επίσης ξεχασμένου συμπατριώτη του συνθέτη Νικολό Τζομέλι (1714-74). Ο Μούτι ερμήνευσε ήδη τον Δημοφόοντα στο Σάλτσμπουργκ, στο πρόσφατο Φεστιβάλ της Πεντηκοστής, το οποίο διευθύνει, τον παρουσιάζει από χθες στο παρισινό Ρalais Garnier (ως τις 21 Ιουνίου) και θα τον μεταφέρει τελικά στο Φεστιβάλ της Ραβέννας στις 2 Ιουλίου. Στο έργο ο βασιλιάς της Θράκης Δημοφόων έρχεται σε ρήξη με τον γιο του Τιμάντη, ο οποίος εννοεί να παντρευτεί άλλην από εκείνη που θέλει να του δώσει ο πατέρας του, προοριζόμενη μάλιστα να θυσιαστεί τελετουργικά, αλλά τελικά η κατάσταση εξομαλύνεται και αφού ξεπεραστεί και το ενδεχόμενο αιμομιξίας, το δράμα καταλήγει σε αίσιο τέλος. Οι κριτικές είναι πολύ θερμές για τον άδικα παραμελημένο Τζομέλι, που τον θαύμαζε βαθιά ο σύγχρονός του Μότσαρτ, και για το sui generis, όπως χαρακτηρίζεται, μουσικό ύφος του, καθώς και για το έργο του που επίσης αποδεικνύεται ενδιαφέρον. Επαινούνται επίσης οι συντελεστές της παράστασης με πρώτον και καλύτερο τον Μούτι που διευθύνει την Ορχήστρα Νέων Λουίτζι Κερουμπίνι, την οποία ο ίδιος έχει ιδρύσει. [ARS… BREVIS, της ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΖΕΝΑΚΟΥ, Κυριακή 14 Ιουνίου 2009]

Διονύσιος Λαυράγκας: Ο ταμένος της όπερας

  • Ο συνθέτης Διονύσιος Λαυράγκας (1860-1941) είναι η προσωποποίηση της όπερας στην Ελλάδα, στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Επί σαράντα χρόνια αφιερώθηκε στο λυρικό θέατρο, μεταφράζοντας και διδάσκοντας έργα, εκπαιδεύοντας και αναδεικνύοντας νέους καλλιτέχνες, καταρτίζοντας θιάσους, διευθύνοντας δοκιμές και παραστάσεις.

Μουσική για την πρώτη ομιλούσα ελληνική ταινία, «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», είχε γράψει ο Λαυράγκας

Μουσική για την πρώτη ομιλούσα ελληνική ταινία, «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», είχε γράψει ο Λαυράγκας

Παράλληλα, ασχολήθηκε εντατικά με τη σύνθεση: το έργο του ανήκει στην Εθνική Μουσική Σκηνή, διότι ενσωμάτωσε στις συνθέσεις του μοτίβα από το δημοτικό τραγούδι. Η αυτοβιογραφία «Τ’ απομνημονεύματά μου», τα οποία τυπώθηκαν δύο χρόνια πριν από το θάνατό του (1939) από τις εκδόσεις «Γκοβόστη», επανεκδίδονται από τον ίδιο οίκο, 68 χρόνια μετά το θάνατο του Κεφαλονίτη συνθέτη. Η επιμέλεια ανήκει στη Νίκη Μολφέση, ενώ τον πρόλογο υπογράφει ο αρχιμουσικός της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών Βύρων Φιδετζής.

«Σε μία εποχή», εκτιμά ο προλογίσας τη νέα έκδοση, «που δεν υπήρχαν στον τόπο μας οργανωμένοι μουσικοί θεσμοί, όπως ορχήστρες και χορωδίες, καθώς και θέατρα ικανά να φιλοξενήσουν μια όπερα (με κάποιες εξαιρέσεις στα Επτάνησα και λιγότερο στην Αθήνα, την Πάτρα και την Ερμούπολη) οι αγωνιστές αυτοί της τέχνης, με τον Λαυράγκα επικεφαλής, δεν όργωσαν μόνο την Ελλάδα, αλλά ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο απ’ την Αλεξάνδρεια ώς και την Πόλη, και από την Οδησσό ώς το Βουκουρέστι και τη Σμύρνη».

Τα «Απομνημονεύματά μου» του Διονυσίου Λαυράγκα δημοσιεύθηκαν αρχικά σε συνέχειες στην εφημερίδα «Πρωία». Στο ίδιο έντυπο (27 Ιουλίου 1939) δημοσιεύθηκε κριτική του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου για το βιβλίο, την οποία βρίσκουμε στην επανέκδοση. Σημειώνει ο ποιητής, πεζογράφος και παιδαγωγός για την αυτοβιογραφία του συνθέτη:

«Ο Δ. Λαυράγκας διηγείται την ατομική του και τη γενικώτερη περιπέτεια ακριβώς καθώς θα την εξέθετε σ’ ένα φιλικό κύκλο, παίρνοντας τους φραστικούς του τρόπους στην τύχη, μα και διανθίζοντας την αφήγησή του μ’ ένα σωρό απροσδόκητα και αποκαλύπτοντας από σελίδα σε σελίδα ευρύτερα τη ρωμαλέα χιουμουριστική του διάθεση, τη φιλοσοφημένη του σκέψη, την ευαισθησία του, την παρατηρητικότητά του και τη θαυμαστή του οξύτητα στην εκτίμηση προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων».

Σημαντικό δημιούργημα του Διονυσίου Λαυράγκα, που σφράγισε την εξέλιξη του μελοδράματος στην Ελλάδα, είναι η ίδρυση, το 1898, του «Ελληνικού Μελοδράματος». Με τον μουσικό αυτό θίασο περιόδευσε εντός και εκτός Ελλάδας (Κωνσταντινούπολη, Οδησσό, Σμύρνη, Αίγυπτο, Ρουμανία).

Δεν είναι, όμως, πολύ γνωστό ότι έγραψε τις μουσικές για δύο ταινίες: τη βωβή «Το δαχτυλίδι του Πιερότου» (1918) και την πρώτη ομιλούσα «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» (1932). Η δεύτερη βασίστηκε στο ομώνυμο έμμετρο ειδύλλιο τού Δημητρίου Κορομηλά, ο οποίος άντλησε την έμπνευσή του από το ποίημα του Γιάννη Ζαλοκώστα, «Μια βοσκοπούλα αγάπησα». Το μελοποίησε ο Διονύσιος Λαυράγκας και το έκανε το πασίγνωστο τραγούδι, που γνωρίζει το πανελλήνιο. Πρωταγωνιστούσε, ανάμεσα σε άλλους, ο Μάνος Κατράκης. Η αυτοβιογραφία τελειώνει μ’ ένα αίτημά του, που ακούγεται σαν παράπονο: «Τόσων ετών κόποι, αγώνες, θυσίες δεν είναι δυνατόν να πάνε χαμένοι και, αργά ή γρήγορα, θα λάβει σάρκα και οστά το όνειρο που σαράντα πέντε χρόνια με βαυκάλιζε ανελλιπώς, καθώς και ο διακαής εκείνος πόθος, που κράτησα άσβεστο μέσα στην ψυχή μου».

Οχι, η προσφορά του δεν πήγε χαμένη: η Εθνική Λυρική Σκηνή εγκαινιάζεται με την οπερέτα «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους, στις 4 Μαρτίου 1940.* [Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 9 Ιουνίου 2009]