Αννα Κατερίνα Αντονάτσι: Η μόδα του Μποτσέλι είναι επικίνδυνη για την όπερα

Η σπουδαία Ιταλίδα τραγουδίστρια με τη «δύσκολη», όπως παραδέχεται, και ακατάτακτη φωνή, ξανάρχεται στη χώρα μας. Θα τραγουδήσει την «Αλκηστη» του Γκλουκ στο Μέγαρο Μουσικής (19, 22 Οκτωβρίου). Μας αποκαλύπτει τα μυστικά και τις δυσκολίες της μεγάλης καριέρας της βάζοντας, απόλυτη, ένα όριο. «Η ποπ έχει ρυπάνει τα όνειρα των νέων λυρικών τραγουδιστών. Μια καριέρα στην όπερα δεν τους φτάνει πια από μόνη της»

Η φωνή που απαντάει στο τηλέφωνο μιλώντας γαλλικά έχει ευδιάκριτη ιταλική απόχρωση και ανάλογο ταμπεραμέντο. Η Αννα Κατερίνα Αντονάτσι μπορεί άλλωστε να ζει, εδώ και λίγα χρόνια, μόνιμα στο Παρίσι, απογοητευμένη από την πολιτιστική ύφεση της πατρίδας της, της Ιταλίας, διατηρεί όμως τη θέρμη του μεσογειακού Νότου.

«Ενα από τα σαγηνευτικότερα ταλέντα του σημερινού λυρικού θεάτρου», η όμορφη 48χρονη Αντονάτσι έχει μια φωνή που έχει διχάσει τους κριτικούς: άλλοι εκστασιάζονται, άλλοι τολμηρότεροι τη συγκρίνουν με την Κάλλας κι άλλοι, πιο ψύχραιμοι, επισημαίνουν πως πρόκειται για μια μη κατατάξιμη φωνή (μεταξύ σοπράνο και μέτζο), «σκοτεινή και περίεργη, προορισμένη να μην αρέσει σε όλους». Ακόμα κι όσοι στέκονται επιφυλακτικοί απέναντι στη χροιά της, υποκλίνονται στην παρουσία της. Η Αντονάτσι έχει ένταση, πάθος, μαγνητισμό και είναι εξαιρετική ηθοποιός. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι παιδικό της όνειρο ήταν το θέατρο πρόζας.

Γεννημένη στην Μπολόνια, βρέθηκε στα 18 της στη χορωδία της όπερας της πόλης της κι εκεί άρχισε να καλλιεργεί τη φωνή της για την επόμενη δεκαετία. Ο δρόμος άνοιξε το 1989, όταν κέρδισε τον διεθνή διαγωνισμό «Μαρία Κάλλας». Είχε φτάσει η στιγμή για τις μεγάλες ηρωίδες του ιταλικού μπελκάντο, τις σπουδαίες παραγωγές και το ευρύ κοινό…

Από τον Μοντεβέρντι ανακάλυψε αργότερα το μπαρόκ. Αυτοί, όμως, που τη μάγεψαν περισσότερο ήταν οι Γάλλοι συνθέτες. Κυρίως ο Μπερλιόζ κι οι «Τρώες» του, όταν μια περίφημη παραγωγή στην Opera Chatelet, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κόκκου, έστρεψαν αυτήν τη μυστηριακή «Κασσάνδρα» σε μια άλλη μεγάλη γκάμα ρόλων.

«Μήδεια» του Κερουμπίνι
«Μήδεια» του Κερουμπίνι

Στο Παρίσι πια μεγαλώνει μόνη της τον 9χρονο γιο της. Για να ‘ναι κοντά του δεν δέχεται να συμμετάσχει σε περισσότερες από δύο παραγωγές εκτός Γαλλίας ετησίως. Η Ελλάδα, όμως, αποδείχτηκε τυχερή στην ατζέντα της. Πρώτη φορά την είδαμε το 1999 στο Μέγαρο Μουσικής στη «Στέψη της Ποππαίας». Ακολούθησε το 2007 η «Μήδεια» στην Επίδαυρο όταν, υπό τη σκηνοθεσία του Γιάννη Κόκκου, κλήθηκε να αναμετρηθεί με τη «μνημειακή» ηρωίδα του Κερουμπίνι αλλά και με τη σκιά της Μαρίας Κάλλας. Βγήκε νικήτρια.

Εχει δίκιο να δηλώνει τώρα «ενθουσιασμένη από το ρεπερτόριο που έχω παρουσιάσει στη χώρα σας». Σ’ αυτό προσθέτει έναν ακόμα ρόλο: Στις 19 και στις 22 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής θα είναι η «Αλκηστη» στην όπερα του Γκλουκ που θα παρουσιαστεί σε μορφή κοντσερτάντε, με τη σκηνοθεσία του Νίκου Πετρόπουλου.

  • Η «Αλκηστις» ποια είναι για σας;

«Κατ’ αρχήν, ένας από τους πιο αγαπημένους μου ρόλους. Μουσικά είναι ίσως η πιο επιτυχημένη, μνημειώδης και υπέροχη όπερα του Γκλουκ. Και, βέβαια, η σύζυγος που θυσιάζεται για τον άνδρα της είναι, εκ των πραγμάτων, ένα θετικό σύμβολο, ένα πρόσωπο ηρωικό αλλά και αρκετά στατικό. Είναι δηλαδή μια απολύτως κλασική ηρωίδα που τη φαντάζομαι σαν άγαλμα από λευκό μάρμαρο. Γι’ αυτό πιστεύω πως η μορφή κοντσερτάντε είναι ο καταλληλότερος τρόπος για την παρουσίαση αυτής της όπερας».

  • Η περίφημη «ωραία απλότητα» του Γκλουκ πόσο απλή είναι;

«Στον Γκλουκ, ο ερμηνευτής οφείλει ό,τι λέει να το κάνει να φαίνεται απλό, καθαρό και φυσικό, ενώ στην πραγματικότητα είναι περίπλοκο και δύσκολο».

  • Στην εποχή του ο Γκλουκ ήταν ένας επαναστάτης της όπερας, ο μεγάλος μεταρρυθμιστής. Παραμένει μοντέρνος;

«Κάρμεν» του Μπιζέ: ρόλοι σταθμοί για την Αντονάτσι

«Κάρμεν» του Μπιζέ: ρόλοι σταθμοί για την Αντονάτσι

«Ετσι πιστεύω. Η μουσική του ήταν πολύ μοντέρνα και για την εποχή της και σε σχέση με ορισμένες μουσικές που ακολούθησαν: για μένα ο Γκλουκ είναι πολύ πιο μοντέρνος από έναν Ροσίνι ή από την ιταλική όπερα του Ντομένικο Τσιμαρόζα ή του Τζοβάνι Παϊζιέλο. Τον αισθάνομαι πολύ πιο προσιτό και οικείο μου ως προς την έκφραση λόγω της κλασικής του καθαρότητας, που τον κάνει διαχρονικό και αιωνίως νέο».

  • Η φωνή σας κρίνεται ως μη κατατάξιμη. Είστε σοπράνο και μέτζο σοπράνο. Είναι πλεονέκτημα;

«Ηταν ένα πλεονέκτημα κάθε φορά που μπορούσα να επιλέξω ενδιαφέροντες ρόλους: Κάρμεν, Μήδεια, Κασσάνδρα. Και μειονέκτημα όταν αντιλαμβανόμουν ότι δεν μπορώ να κάνω π.χ. μια Τραβιάτα».

  • Δεν κάνατε βιαστικά βήματα. Κάνατε έναν ολόκληρο κύκλο στο μπελκάντο, μελετήσατε ιδιαίτερα τον Ροσίνι και μετά στραφήκατε αλλού…

«Νομίζω πως όλα αυτά συνέβαιναν μάλλον τυχαία. Οταν π.χ. επέλεξα να έρθω στη Γαλλία, δεν είχα συγκεκριμένη στρατηγική για το τι θα κάνω. Το ίδιο ισχύει και για όλες τις άλλες επιλογές μου. Ποτέ δεν προετοιμάζομαι. Ο Ροσίνι είναι αλήθεια ότι πήγε πολύ καλά για μένα, σε μια εποχή, μάλιστα, που δεν ήξερα καλά ούτε το έργο του ούτε τη φωνή μου. Ηταν μια νεανική επιλογή που βοηθήθηκε από την «κολορατούρα» μου. Υστερα, όταν είχα αρχίσει να γίνομαι κάπως γνωστή, συναντήθηκα με το μπαρόκ, λάτρεψα τον Μοντεβέρντι και μέσω εκείνου ανακάλυψα την ομορφιά του λόγου και της τραγουδιστής απαγγελίας. Είχα, όμως, πάντα συνείδηση των φωνητικών μου ορίων. Οχι μόνο δεν είχα την απόλυτη φωνή, αλλά είχα και μια φωνή δύσκολη, που προσπαθούσα να την ακολουθώ. Φυσικά πέρασα τις προσωπικές μου κρίσεις, όπως όλοι όσοι ασχολούνται με αυτό το είδος. Και τελικά είχα την πραγματικά μεγάλη τύχη να πέσω στον Μπερλιόζ. Ακόμα και αυτό έγινε κάπως τυχαία. Ακουγα χρόνια για τους «Τρώες», αλλά δεν τους ήξερα. Νόμιζα ότι ήταν κάτι πιο «βαγκνερικό». Αλλά όχι. Το 2003 είχα την τύχη να μου ζητήσουν να συμμετάσχω ως «Κασσάνδρα» στην υπέροχη παραγωγή της Opera Chatelet, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κόκκου και μουσική διεύθυνση του σερ Τζον Ελιοτ Γκάρντινερ. Αυτή η παράσταση καθόρισε μια νέα φάση στην καριέρα μου. Ακολούθησαν μετά οι μεγάλοι ρόλοι που είχα ονειρευτεί, όπως η «Μήδεια» του Κερουμπίνι. Είναι όμως αλήθεια ότι υπήρξα προσεκτική. Ποτέ δεν δέχτηκα να κάνω κάτι που το θεωρούσα επικίνδυνο ή ακατάλληλο».

Η υπομονή είναι ένα όλο και σπανιότερο φαινόμενο στις Τέχνες. Ακόμα και στο λυρικό θέατρο, που σχεδόν την απαιτεί, βγαίνουν νέοι τραγουδιστές που θέλουν αμέσως να κάνουν τα πάντα, ακολουθώντας μάλλον τις επιταγές ενός life style που ταιριάζει στην ποπ.

« Κασσάνδρα» στους «Τρώες» του Μπερλιόζ

« Κασσάνδρα» στους «Τρώες» του Μπερλιόζ

«Εχετε δίκιο. Αυτό το φαινόμενο είχε μόλις αρχίσει να γίνεται αισθητό την εποχή που ξεκινούσα. Σήμερα πια η… ρύπανση της ποπ έχει επικρατήσει ακόμα και στα όνειρα των τραγουδιστών. Η καριέρα ενός λυρικού τραγουδιστή δεν είναι πια εξίσου θελκτική από μόνη της. Θέλει πάρα πολλές θυσίες, προσφέρει πολύ λιγότερα χρήματα απ’ ό,τι άλλοτε και, κάποιες φορές, προϋποθέτει ακόμα και δισκογραφικές αδικίες. Είναι λοιπόν σίγουρο ότι για έναν νέο είναι πιο θελκτική μια καριέρα κατά τις επιταγές της ποπ. Δεν χρειάζεται τόσο κόπο. Και χρειάζεται ακόμα λιγότερο, αν κάποιος έχει ωραίο παρουσιαστικό».

  • Κι εσείς είστε μια ωραία γυναίκα, αλλά δεν ακολουθήσατε αυτό τον δρόμο…

«Ωραία; Μπα… Μεγάλωσα πια».

  • Κάποτε ήταν της μόδας οι συνεργασίες μεταξύ λυρικών τραγουδιστών και μουσικών της ποπ, της τζαζ.

«Μια εποχή ήταν, πράγματι. Τώρα υπάρχει μια άλλη μόδα, αυτήν που εκπροσωπεί π.χ. ο Μποτσέλι. Πολλοί νεαροί τενόροι επιχειρούν να ακολουθήσουν τα βήματά του. Πρόκειται ασφαλώς για ένα καθαρά εμπορικό προϊόν, ενώ για μένα η όπερα, όπως και το θέατρο πρόζας, που επίσης το λατρεύω, είναι τόσο υψηλές έννοιες που δεν μπορείς να τις «βρωμίζεις» με υπερβολική διαφήμιση και με εμπορικά τεχνάσματα. Εχω παρακολουθήσει σπουδαίες ερμηνείες από θεατρικούς ηθοποιούς που είναι σχεδόν άγνωστοι».

  • Απ’ την άλλη πλευρά, βέβαια, στενεύουν τα περιθώρια για έναν νέο τραγουδιστή της όπερας. Τι μέλλον μπορεί να έχει σε μια δισκογραφία π.χ. που διαθέτει πια τις σπουδαίες ηχογραφήσεις του παρελθόντος σε προσιτές τιμές;

«Αυτό δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Συνέβαινε ήδη από τη δική μου εποχή, αν και είναι αλήθεια ότι τα πράγματα είναι για τους σημερινούς νέους ακόμα δυσκολότερα. Η δισκογραφία ούτως ή άλλως φαίνεται να βρίσκεται σε σύγχυση. Αλλοτε δίσκους έκαναν όσοι είχαν ήδη κάνει μια τεράστια καριέρα. Συνεπώς, η δισκογραφία ήταν τότε μια επιπλέον κατάκτηση. Σήμερα είναι μια παράλληλη διαδικασία. Για μένα, όμως, που δισκογραφικά δεν έχω κάνει σχεδόν τίποτα, εκτός από κάποια live, το δισκογραφικό σύμπαν παραμένει άγνωστο. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να προβλέψω τι θα συμβεί».

  • Τελικά, μια καριέρα χτίζεται κυρίως από τα όχι ή κυρίως από τα ναι;

«Αναμφισβήτητα οφείλει κανείς να πει και πολλά «όχι» -αλλιώς πεθαίνει καλλιτεχνικά… Είναι όμως αλήθεια ότι τα «όχι» στοιχίζουν πολύ ακριβά. Και τα «ναι» πρέπει να ξέρεις πότε να τα πεις. Ειλικρινά πρέπει να είσαι πολύ τυχερός για να μπορέσεις να ισορροπήσεις μεταξύ των δύο». *

Το παιδί μου με κρατάει στο Παρίσι

  • Κοιτώντας στο Ιντερνετ στοιχεία για σας, είδα ότι έχετε τη δική σας σελίδα στο Facebook. Την τεχνολογία την αγαπάτε;

«Αγαπώ πολύ τον υπολογιστή μου και περνάω ώρες σερφάροντας. Καμιά φορά ανταλλάσσω και μηνύματα ή επικοινωνώ με άλλους μέσω Facebook. Προσπαθώ να συνοδοιπορώ με την εποχή μου».

  • Η καθημερινότητά σας πώς είναι; Δύσκολα μπορούμε να σας φανταστούμε π.χ. στην κουζίνα.

«Κι όμως, ασχολούμαι με την κουζίνα, αλλά περισσότερο μου αρέσει να κάνω τα καθημερινά ψώνια για τις ανάγκες του σπιτού. Στην πραγματικότητα έχω δύο εαυτούς. Ο ένας είναι αυτός που βρίσκεται στη σκηνή. Τον άλλο είναι δύσκολο να τον αναγνωρίσει κανείς. Αλλά είμαι εγώ με τα καθημερινά μου ρούχα στο δρόμο».

  • Είστε και μητέρα. Πόσο δύσκολο είναι να είσαι γονιός και να κάνεις καριέρα;

«Ασφαλώς δεν είναι εύκολο. Συχνά χρειάστηκε να είμαι εξαιρετικά επιλεκτική. Εχω όμως αποφασίσει ότι θέλω να περνάω όσο περισσότερες ώρες μπορώ με τον γιο μου. Γι’ αυτό και αρνούμαι να συμμετάσχω σε περισσότερες από δύο παραγωγές εκτός Παρισίων το χρόνο. Το υπόλοιπο διάστημα δίνω εδώ κοντσέρτα».

Οι Ιταλοί ξέρουν πια μόνο τις δημοφιλείς άριες

  • Γεννηθήκατε στην Ιταλία αλλά δεν συνεχίσατε την καριέρα σας εκεί. Προτιμήσατε το Λονδίνο κι αργότερα το Παρίσι. Γιατί;

«Την εποχή που μου συνέβαιναν όλα αυτά, δεν μου ήταν απολύτως συνειδητά. Στην Ιταλία, ωστόσο, έκανα ένα μεγάλο κύκλο. Τραγούδησα υπό τη διεύθυνση του Ρικάρντο Μούτι, του Κλάουντιο Αμπάντο… Απ’ την άλλη πλευρά είναι σίγουρο ότι η Γαλλία εκπροσωπεί τη σημαντικότερη περίοδο για την προσωπική μου εξέλιξη. Εδώ ανακάλυψα τη γαλλική μουσική και μελέτησα τον Μπερλιόζ. Από μουσική άποψη, η Βόρεια Ευρώπη είναι πολύ πιο ζωντανή. Δίνει πολλές ευκαιρίες σε όποιον θέλει να ασχοληθεί με σημαντικά πράγματα. Και το κοινό δείχνει εξαιρετικό ενδιαφέρον για ό,τι γίνεται. Στην Ιταλία αντίθετα, φορείς και κοινό δείχνουν πια ελάχιστο ενδιαφέρον για ό,τι κάνουμε. Δεν ξέρω τι έχει συμβεί. Εχει αλλάξει εκεί ο κόσμος, έχει απογοητευτεί;»

  • Είναι κρίμα, γιατί η Ιταλία είχε μια μεγάλη παράδοση στην όπερα. Τα τελευταία χρόνια, όμως, ακόμα και η Σκάλα του Μιλάνου βρίσκεται σε ύφεση.

«Γενικά στην Ιταλία δεν υπάρχει μια σαφής κεντρική ιδέα για τον πολιτισμό. Υπάρχουν π.χ. υπερβολικά πολλά θέατρα και καθένας κάνει το ρεπερτόριό του με στόχο, στις περισσότερες περιπτώσεις, να βγάλει χρήματα. Ισως θα ήταν καλύτερα να είναι λιγότερα τα θέατρα και μεγαλύτερη η προσοχή και η φροντίδα στις παραγωγές. Υπάρχουν δεκάδες άλλα προβλήματα, αλλά κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να υιοθετήσει κάποια στρατηγική που θα βοηθούσε τη χώρα να ανασυνταχθεί πολιτιστικά».

  • Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

«Νομίζω ότι κυρίως ευθύνεται η επικράτηση της τηλεοπτικής κουλτούρας και μάλιστα στην πιο ελαφριά και καρικατουρίστικη εκδοχή της. Δεν ήταν πάντα έτσι το τηλεοπτικό τοπίο. Οταν πριν από πολλά χρόνια κέρδισα το βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό «Μαρία Κάλλας», ο τελικός μεταδόθηκε από το κρατικό κανάλι. Τώρα πια η ιταλική τηλεόραση αντιμετωπίζει τα πάντα με αφάνταστη ελαφρότητα. Η σχέση της με την όπερα μοιάζει να περιορίζεται στην καλύτερη περίπτωση στην, εξαιρετικά δημοφιλή, «Κάρμεν» και στο βασισμένο στην άρια της Τουραντό «Nessun Dorma», «Vincero», το οποίο τραγουδάνε ακόμα κι όσοι δεν ξέρουν τι είναι…».

  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: