Ο «Ντον Τζοβάνι» δεν σηκώνει αστεία

  • Η ΟΠΕΡΑ ΤΟΥ ΜΟΤΣΑΡΤ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
  • Ηχοι ζωντανοί
  • Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Με «Ντον Τζοβάνι» του Μότσαρτ εγκαινίασε την καλλιτεχνική της περίοδο 2009-10 η Οπερα Θεσσαλονίκης. Συμμετείχαν πολυπληθής, διπλή διανομή κυρίως Ελλήνων μονωδών, η Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης και βουλγαρικό ορχηστρικό σύνολο υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Νίκου Αθηναίου.

Παρ' ολίγον βιασθείσα από τον Ντον Τζοβάνι, η Ντόνα Αννα (Μαρία Κόκκα) καταρρέει συντετριμμένη στα χέρια του μέλλοντος συζύγου της (Μάριο Τσεφίρι) στη θέα τού μόλις φονευμένου πατέρα της (Σάιμον Εστες)

Παρ’ ολίγον βιασθείσα από τον Ντον Τζοβάνι, η Ντόνα Αννα (Μαρία Κόκκα) καταρρέει συντετριμμένη στα χέρια του μέλλοντος συζύγου της (Μάριο Τσεφίρι) στη θέα τού μόλις φονευμένου πατέρα της (Σάιμον Εστες)

Εργο πολυσήμαντο, κομβικό στην εξέλιξη της λυρικής τέχνης, ο «Ντον Τζοβάνι» συγκαταλέγεται στις ξεχωριστές εκείνες όπερες που κέρδισαν εξ αρχής σταθερή θέση στο ενεργό ρεπερτόριο των λυρικών θεάτρων. Οχι τυχαία, κάθε σύγχρονη αναβίωσή της απαιτεί ακμαίους, ικανούς μουσικούς και ακόμη ικανότερο σκηνοθέτη: οτιδήποτε λιγότερο οδηγεί εύκολα σε γραφικότητες, μετριότητα, πλήξη ή, ακόμη χειρότερα, σε καταστροφή. Οι ενημερωμένοι φιλόμουσοι ασφαλώς γνωρίζουν ουκ ολίγες περιπτώσεις τέτοιων αποτυχιών που φέρουν υπογραφές κορυφαίων θεατρανθρώπων…

Το φθινόπωρο του 2006, η περιπετειώδης, πρόωρα τερματισμένη θητεία του Στέφανου Λαζαρίδη στην ΕΛΣ -την οποία σύντομα θα καταλήξουμε να αναπολούμε με πίκρα ως «χαμένη άνοιξη»!- είχε ξεκινήσει με μια μουσικά και σκηνικά συναρπαστική παραγωγή του «Ντον Τζοβάνι» σε σκηνοθεσία Αϊκε Γκραμς. Ηταν ένα μείζον κατόρθωμα, σπάνιο επί ελληνικού εδάφους παράδειγμα αριστοτεχνικής personenregie, δηλαδή σκηνοθεσίας εστιασμένης στους μονωδούς/ηθοποιούς. Ακριβώς στο αντίθετο άκρο κινήθηκε η παράσταση που είδαμε στην τραγικά μισοάδεια αίθουσα του Μεγάρου Μακεδονικών Σπουδών (20/9/2009).

Η παραγωγή έπασχε από ατελές στίγμα, έλλειψη δυναμισμού, προφανείς αστοχίες και απουσία συναίσθησης φωνητικών και δραματικών μεγεθών. Το με ποια κριτήρια ανατέθηκε στη μη έχουσα εμπειρία από όπερα Φωτεινή Μπαξεβάνη να σκηνοθετήσει «Ντον Τζοβάνι», το γνωρίζουν εκείνοι που την επέλεξαν. Η πρότασή της υπήρξε συμβατική, αμήχανη, επιφανειακή και άμουση. Αφησε ανεκμετάλλευτες τις προφανείς αρετές των ερμηνευτών, εξέθεσε τις αδυναμίες τους και, αγνοώντας την πολυδιάστατη δυναμική των διαπροσωπικών σχέσεων, εξαντλήθηκε σε μετωπικές τοποθετήσεις μονωδών, άσχετες κινήσεις της χορωδίας και διακοσμητικά, εκτός θέματος ευρήματα. Γράμμα κενό απέμεινε ο αμφισήμαντος χαρακτηρισμός του έργου ως «dramma giocoso».

Το διάτρητο, γεμάτο φυγές σκηνικό τού Σωτήρη Στέλιου -ένας κλιμακωτός, ημικυκλικός μπαρόκ κήπος με επάλληλες κιονοστοιχίες και στοές σκεπασμένες από κισσό- πρόσφερε μύριες ευκαιρίες για χωροθετήσεις της δράσης αλλά αφέθηκε συχνά ανεκμετάλλευτο και επιπλέον φωτίστηκε ατελέστατα και αντιατμοσφαιρικά. Συμβατικά, δίχως ιδιαίτερο ενδιαφέρον πρόβαλαν τα κουστούμια εποχής της Αλεξίας Θεοδωράκη.

Σε μουσικό επίπεδο τα πράγματα υπήρξαν γενικώς καλά, αν και σημειακώς άνισα. Επικεφαλής της πρώτης διανομής ήταν ο Γιάννης Γιαννίσης, καλλιτεχνικός διευθυντής της Οπερας Θεσσαλονίκης. Εμπειρος, ακμαίος βαρύτονος με επιβλητική παρουσία, ήταν ένας Ντον Τζοβάνι φωνητικά ρωμαλέος, καλαίσθητα τραγουδισμένος, με έμφαση στη μελωδικότητα και την ακρίβεια της φραστικής. Δίπλα του, ο φωνητικά αξιοπρεπής Λεπορέλο του βαθύφωνου Δημήτρη Κασιούμη πρόβαλε άνευρος και συμβατικός.

Το ζεύγος αρραβωνιασμένων ευγενών, που το τραυματίζει ανεπανόρθωτα η βάναυση εισβολή του αμοραλιστή γυναικοκατακτητή, ενσάρκωσαν ο Μάριο Τσεφίρι και η Μαρία Κόκκα (Ντόνα Αννα). Σε μια από τις καλύτερες εγχώριες εμφανίσεις του, ο Ελληνας τενόρος απέδωσε τον δύσκολο ρόλο του Ντον Οτάβιο με άνεση, ευγένεια και αυτοπεποίθηση, χαρίζοντάς μας έναν χείμαρρο καλαίσθητου, δεξιοτεχνικά ασφαλούς τραγουδιού! Μοιραία, η δική του λαμπερή παρουσία -οποία αστόχαστη αντιπαράθεση!- επισκίασε πλήρως τη φωνητικά αδύναμη, παρ’ ότι όλως ευπαρουσίαστη και ελεύθερη λαθών Ντόνα Αννα της υψιφώνου Μαρίας Κόκκα.

Τον ρόλο της Ντόνα Ελβίρας, της αποδιωγμένης ερωμένης του Ντον Τζοβάνι, ενσάρκωσε με ασίγαστο πάθος και πληθωρική, μουσικά αψεγάδιαστη φωνητική παρουσία η υψίφωνος Σοφία Βογιατζόγλου-Μητροπούλου· κάθε που εισέβαλλε στη σκηνή, η θερμοκρασία της παράστασης ανέβαινε! Φωνητικά εύστοχη, σκηνικά ισορροπημένη ήταν η απόδοση του ζεύγους Τσερλίνα-Μαζέτο από την υψίφωνο Μαριάννα Μανσόλα και τον βαθύφωνο Πέτρο Μαγουλά.

Ο παλαίμαχος, πλην αξιόμαχος, Αμερικανός μπασοβαρύτονος Σάιμον Εστες -πρώτος έγχρωμος Ολλανδός στο Μπάιροϊτ (1978)- εξασφάλισε με άνεση το απαραίτητο βάρος στον σύντομο ρόλο του Ταξιάρχη. Το βουλγαρικό σύνολο έπαιξε με αψεγάδιαστη ορθοτονία, διαφανή ήχο και αίσθηση του ύφους της μουσικής. Ο αρχιμουσικός Νίκος Αθηναίος διηύθυνε με ακρίβεια, παρ’ ότι δεν κατάφερε πάντα να συντονίσει τα σύνολα. *

ΥΓ.: Στη Θεσσαλονίκη προσφέρουν παραγωγές όπερας, και συνεπώς δαπανούν για το πολυέξοδο αυτό είδος, τρεις φορείς: Οπερα Θεσσαλονίκης, Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, Δημήτρια. Ωστόσο, ουδείς διαθέτει δομή λυρικού θεσμού με μόνιμο ανθρώπινο δυναμικό (ορχήστρα, χορωδία, σώμα τραγουδιστών). Μήπως κάτι πρέπει ν’ αλλάξει; Ειδικά στους οικονομικά χαλεπούς καιρούς που διάγουμε…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: