Archive for Δεκέμβριος 2009

«Mαντάμ Mπατερφλάι»

H Tζένη Δριβάλα θα υποδυθεί τη «Mαντάμ Mπατερφλάι», όχι στον χώρο μιας παραδοσιακής θεατρικής σκηνής αλλά στον πρωτοποριακό χώρο ενός κλαμπ. H δημοφιλής όπερα του Tζάκομο Πουτσίνι, «Mαντάμ Mπατερφλάι» θα κάνει πρεμιέρα στις 2 Iανουαρίου (οι παραστάσεις θα συνεχιστούν έως τις 28 Φεβρουαρίου 2010). Mε στόχο το ευρύ κοινό να έρθει πιο κοντά στην όπερα και το περιβάλλον που εξελίσσεται η υπόθεση, το κλαμπ «Edo», το οποίο θα φιλοξενήσει διασκευή της Mπατερφλάι, διαμορφώθηκε ολοκληρωτικά σε έναν ιαπωνικό χώρο, ώστε να δημιουργεί την αίσθηση στον θεατή ότι αποτελεί και ο ίδιος μέρος της δράσης. H σοπράνο Tζένη Δριβάλα σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στον ρόλο της γκέισας από το Nαγκασάκι. Mαζί της συμπρωταγωνιστούν η Mαρία Mαρκέτου και η Λυδία Aγγελοπούλου.

«Ο Βαφτιστικός» από την Όπερα Θεσσαλονίκης

Θεσσαλονίκη

Την οπερέτα «Ο Βαφτιστικός», του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, σε σκηνοθεσία Χάρη Ρώμα, παρουσιάζει η Όπερα Θεσσαλονίκης. Οι παραστάσεις ξεκίνησαν στις 25 Δεκεμβρίου και θα διαρκέσουν μέχρι και τις 24 Ιανουαρίου 2010, στο «Αριστοτέλειον» κινηματοθέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Στις 25 Ιανουαρίου 2010 θα δοθεί και μία παράσταση στο Κέντρο Τεχνών Βέροιας.

Η παράσταση παίζεται από Τετάρτη ως Κυριακή στις 9 το βράδυ. Προπώληση εισιτηρίων γίνεται στο εκδοτήριο του «Αριστοτέλειου» κινηματοθεάτρου από Τρίτη ως Κυριακή από τις 9.30 το πρωί ως τις 9.30 το βράδυ.

Ο «Βαφτιστικός» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 18 Ιουλίου του 1918, είναι ένα κωμειδύλλιο, με στοιχεία φάρσας και θεωρείται το δημοφιλέστερο έργο του Θεόφραστου Σακελλαρίδη και μία από τις καλύτερες ελληνικές οπερέτες. Η υπόθεση του έργου εξελίσσεται το 1912 στην περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων.

Τα σκηνικά είναι του Μανόλη Παντελιδάκη, η μουσική διεύθυνση του Λευτέρη Καλκάνη και του Κωστή Παπάζογλου, οι χορογραφίες της Βρισηίδας Σολωμού. Υπεύθυνη χορωδίας, Αγγελική Κρίσιλα, ενδυματολόγος, Μπιάνκα Νικολαρέιζη. Τους ρόλους ερμηνεύουν Τζίνα Πούλου, Γιάννης Χριστόπουλος, Φίλιππος Σοφιανός, Ειρήνη Καράγιαννη, Δημήτρης Ναλμπάντης, Παύλος Μαρόπουλος, Παναγιώτης Αθανασόπουλος, Αναστάσιος Κολοβός, Ηλέκτρα Καρτάνου, Δημήτρης Ρούσσος και Μαρία Θεοδωρίδου. Χορεύουν οι Αλαίν Ριβέρο Ροντρίγκεζ και Ευγενία Σιγαλού. Συμμετέχουν η Συμφωνική Ορχήστρα Πολιτιστικού Οργανισμού δήμου Καλαμαριάς και η Χορωδία του δήμου Θεσσαλονίκης. [enet.gr, 13:46 Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009]

«Μαντάμ Μπατερφλάι» σε κλαμπ

  • Σε κλαμπ και όχι σε θεατρική σκηνή, όπως παραδοσιακά συνηθίζεται για ένα λυρικό έργο, ανεβαίνει η πασίγνωστη όπερα του Τζιάκομο Πουτσίνι «Μαντάμ Μπατερφλάι», σε σκηνοθεσία της σοπράνο Τζένης Δριβάλα, με πρωταγωνίστρια την ίδια στο ρόλο της γκέισας από το Ναγκασάκι, που στην επιθυμία της να κόψει κάθε δεσμό με τις παραδόσεις της χώρας και της οικογένειάς της, καταλήγει αποξενωμένη και εγκαταλελειμμένη από όλους στην έσχατη πράξη αυτοκτονίας, το χαρακίρι. Μαζί της συμπρωταγωνιστούν η Μαρία Μαρκέτου και η Λυδία Αγγελοπούλου, καθώς και άλλοι διακεκριμένοι λυρικοί καλλιτέχνες. Η διασκευή της όπερας θα παρουσιάζεται στο …ιαπωνικά διαμορφωμένο κλαμπ «EDO» (Βουλιαγμένης 22), από τις 2 Ιανουαρίου (έως 28/2).

«Το μικρόβιο του έρωτα» από την Εθνική Λυρική Σκηνή

  • Οπερέτα στη Λυρική

Αναδρομή στη ζωή και το έργο του συνθέτη Κώστα Γιαννίδη (Γιάννη Κωνσταντινίδη), που σφράγισε το ελληνικό μουσικό θέατρο την περίοδο 1930-1960 αποτελεί η παράσταση της οπερέτας του «Το μικρόβιο του έρωτα» από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο θέατρο «Ακροπόλ» (Ιπποκράτους 9-11). Πρωτοανέβηκε στο Βερολίνο το 1927 όταν ο συνθέτης, μαζί με τον Νίκο Σκαλκώτα, ήταν μαθητές του Κουρτ Βάιλ, και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Η απολαυστική παράσταση, παράλληλα, παρακολουθεί την πορεία του δημιουργού από την κοσμοπολίτικη Σμύρνη στη μουσική πρωτοπορία και στα καμπαρέ του Βερολίνου, καταλήγοντας στα αθηναϊκά μουσικά θέατρα.Προχτές, την επίσημη πρεμιέρα παρακολούθησαν η ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα και η Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ, υπεύθυνη του Πολιτιστικού Τμήματος του ΚΚΕ.

Ιστορική – μουσική έρευνα: Λάμπρος Λιάβας, μουσική επεξεργασία – ενορχήστρωση: Βασίλης Τενίδης. Διεύθυνση ορχήστρας: Χρύσανθος Αλισάφης. Σκηνοθεσία: Σοφία Σπυράτου – Λάμπρος Λιάβας. Σκηνικά – κοστούμια Γιάννης Μετζικώφ. Χορογραφία: Σοφία Σπυράτου. Στο ρόλο του Κώστα Γιαννίδη ο Γιώργος Κέντρος. Ερμηνεύουν επίσης: Αγγελος Παπαδημητρίου, Κώστας Ζαχαράκης, Νίνα Λοτσάρη, Νίκος Στεφάνου, Ιωάννα Φόρτη, Χάρης Ανδριανός, Ελπινίκη Ζερβού, Ζαφείρης Κουτελιέρης, Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη, Γιώργος Σώχος, Τάσος Λαζάρου κ.ά. Παραστάσεις έως 28/3, καθημερινά, εκτός Δευτέρας και Τρίτης.

The decade in opera

  • From Times Online
  • December 22, 2009

  • There has been a sea change: the new divas and divos are now stage animals as much as vocal technicians

Anna Netrebko

Anna Netrebko

  • Neil Fisher

Who owns opera and who is it for? Back in 2000 it was impossible for opera companies to escape the sort of questioning that began with A for “access” and usually ended with Z for “zzz”, as increasingly stale arguments on subsidy, snootiness and the cost of a glass of bubbly gradually stewed their way to a weary stalemate.

At the start of the decade the focus for this rhetoric was the newly refurbished but underperforming Royal Opera House. Fast-forward ten years and it is the ROH’s current chief executive, Tony Hall, who represents the modern face of the modern opera house. His recent push for a “Royal Opera House North” in Manchester is the perfect example of his soft diplomacy, winning the ROH buckets of PR points without costing it a penny. The project surely won’t survive the next government.

Yet it would be a pity if that were the end of the conversation about how to make opera more available. Look beyond Welsh National Opera’s usual clutch of hits and misses and you’ll notice that the company has drastically cut back on its touring, particularly in England. Instead of dissecting the regimes that have moved in and out of the Coliseum in the past ten years, we should start worrying about just how few performances a year English National Opera actually schedules in the theatre it owns.

But the good news is that opera has also leapt out of its traditional homes. The Metropolitan Opera in New York now beams out its Saturday matinees in live high-definition relays that have proved phenomenally successful in British cinemas. UK companies haven’t cracked the formula as successfully, but the acquisition of the DVD label OpusArte by the ROH demonstrated an astute recognition of the capabilities that new technology represents. Coming next: live opera downloaded straight into your television?

New opera in the Noughties also extended its boundaries. The pop artists Damon Albarn and Rufus Wainwright produced stage works — Monkey and Prima Donna respectively, both at the Manchester International Festival — that wore their operatic clothes affectionately rather than pretentiously. Thomas Adès’s The Tempest proved that a more traditional template could still produce a hauntingly original new work. And Jonathan Dove’s several joyous pieces practically invented a genre of their own — the family opera that anyone in your family could enjoy.

Perhaps most significant, however, is that all these new ventures have subtly brought in a sea change: opera is now theatre. The stand-and-deliver singers and stagings of yore are almost entirely relegated to the fustiest American and Italian houses; the new divas and divos are stage animals as much as vocal technicians. Now, can we find a talented clutch of directors who know what to do with them?

  • Face of the decade: Anna Netrebko

The diva of the DVD age. Glamorous but unpretentious, daring and unpredictable, the Russian soprano comes into her own only in live performance, as her revelatory appearances in La traviata at the ROH in 2008 testify.

ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΡΟΚ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Μόνο κατά το ήμισυ φαίνεται να ευδοκίμησε η ιδέα της Οπερας του Παρισιού να ανεβάσει ταυτόχρονα δύο τόσο αντίθετα μεταξύ τους έργα όπως η Πλατέα του Ζαν-Φιλίπ Ραμό (στο Ρalais Garnier ως τις 30 Δεκεμβρίου) και ο Αντρέα Σενιέ του Ουμπέρτο Τζιορντάνο (οι παραστάσεις του έληξαν χθες στη Βαστίλλη). Διαφορετικές οι ιστορικές στιγμές των δύο έργων, διαφορετική και η υποδοχή της παρουσίασής τους από την κριτική. Προϊόν της ακμής της μοναρχίας, με μυθολογικό θέμα, γραμμένη για τον γάμο του δελφίνου Λουδοβίκου, γιου του Λουδοβίκου ΙΕ΄, με την ισπανίδα πριγκίπισσα Μαρία Τερέσα, η Πλατέα, πρώτη απόπειρα του Ραμό στην κωμική όπερα, θεωρείται αριστούργημα στο είδος της, «η πιο μπαρόκ από τις όπερες μπαρόκ». Πρωτοπαίχτηκε στις Βερσαλλίες το 1745. Τώρα παρουσιάζεται στην παλιά, γνωστή και δημοφιλή παραγωγή του Λοράν Πελί, η οποία, κλείνοντας τα δέκα χρόνια της, είχε για μία ακόμη φορά την ευκαιρία να επαινεθεί για την ευρηματικότητα και το χιούμορ της. Ο Αντρέα Σενιέ, δείγμα βερισμού όχι από τα σπουδαιότερα, πρωτοπαίχτηκε το 1896 στη Σκάλα του Μιλάνου και ανέβηκε τώρα για πρώτη φορά στην Οπερα του Παρισιού, για να βγει από τα χέρια της κριτικής καθημαγμένος όσο και ο κεντρικός ήρωάς του, ο γάλλος ποιητής (από ελληνίδα μητέρα) που έχασε τη ζωή του στη λαιμητόμο κατά τη Γαλλική Επανάσταση οπότε διαδραματίζεται το έργο. Παρά την παρουσία του διάσημου τενόρου Μαρτσέλο Αλβάρες στον ρόλο του Σενιέ, η νέα σκηνοθεσία του Τζιανκάρλο ντελ Μόνακο επικρίθηκε τόσο σφοδρά ώστε συμπαρέσυρε το όλο εγχείρημα. [Το Βήμα, 25/12/2009]

Κάτια Σερμπατσένκο: «Μεγάλη σοπράνο ήταν μόνο η Κάλλας»

  • Η διάσημη υψίφωνος Κάτια Σερμπατσένκο αποποιείται τον τίτλο της και δηλώνει «δεν έχω την καλύτερη φωνή στον κόσμο»

  • Του Αχιλλεα Πατσουκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/12/2009

«Δεν έχω την καλύτερη φωνή στον κόσμο» δηλώνει κατηγορηματικά η Κάτια Σερμπατσένκο και ας κέρδισε το βραβείο της καλύτερης φωνής για το 2009 στον έγκυρο διαγωνισμό του BBC. Η χρονιά που φεύγει, λοιπόν, δώρισε στην κλασική μουσική ένα νέο μεγάλο αστέρι. Η διάσημη σοπράνο του Μπολσόι, εξομολογείται στην «Κ» τους φόβους, τα όνειρά της, μιλάει για την πόλη της, επιλέγει τον Μότσαρτ για να περάσει μαζί του ένα Σαββατοκύριακο, και τονίζει ότι μεγάλη σοπράνο είναι η Μαρία Κάλλας

– Ποια ήταν η πρώτη σας σκέψη το πρωί που ξυπνήσατε;

– Η ίδια που κάνω σχεδόν πάντα. Πως όλα στον κόσμο είναι τόσο σοφά οργανωμένα που ακόμα και οι δυσκολότερες καταστάσεις μπορούν να αντιστραφούν προς το καλύτερο.

– Είστε αισιόδοξη;

– Ρεαλίστρια θα έλεγα.

– Δεν θα ρωτήσω πότε αρχίσατε να τραγουδάτε, αλλά γιατί;

– Από μικρή μου έλεγαν πως έχω ωραία φωνή και πως για τον λόγο αυτόν έπρεπε να δουλέψω με αυτήν. Την απόφαση όμως να γίνω τραγουδίστρια την πήρα στην Αγία Πετρούπολη. Βρισκόμουν στη Μικρή Αίθουσα του Κονσερβατορίου, όπου σε έναν χώρο ελάχιστων τετραγωνικών γινόταν συγκέντρωση πολλών και διασήμων τραγουδιστών. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πως το τραγούδι δεν είναι δόνηση του αέρα αλλά της ψυχής.

– Γεννηθήκατε σε μια μικρή και όμορφη πόλη το Ριαζάν. Τι εικόνες έχετε;

– Στο κέντρο της πόλης μας έχουμε ένα πανέμορφο Κρεμλίνο (φρούριο) όπου βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως και ένα καμπαναριό. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το χωριό Κονσταντίνοβα, όπου γεννήθηκε ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Σεργκέι Γιεσένιν. Ωστόσο, το χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης πατρίδας μου είναι τα τοπία της· οι ψηλές όχθες του ποταμού και οι ψηλοί γκρεμοί.

– Πριν από λίγο καιρό λάβατε στον κορυφαίο διαγωνισμό του BBC, τον τίτλο της καλύτερης φωνής στον κόσμο για το 2009. Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τη σπουδαία σας φωνή, θεωρείτε πως πράγματι έχετε την ωραιότερη φωνή στον κόσμο;

– Χαίρομαι που μου κάνετε αυτήν την ερώτηση γιατί έχω κουραστεί να εξηγώ πως δεν έχω την καλύτερη φωνή στον κόσμο! Ο διαγωνισμός του BBC πράγματι είναι εξοντωτικός, ωστόσο για να πούμε ποιος έχει την καλύτερη φωνή στον κόσμο θα πρέπει να ακούσουμε τις φωνές εκατομμυρίων ανθρώπων.

– Ο τίτλος αυτός σας βοήθησε στην καριέρα σας;

– Πάρα πολύ. Επειδή ο διαγωνισμός μεταδίδεται ζωντανά από το BBC, και τον παρακολουθούν εκατομμύρια τηλεθεατές σε όλο τον κόσμο, γίνεσαι γνωστός τάχιστα. Αυτό μάλιστα φάνηκε από την πρόκρισή μου στον πρώτο γύρο στον τελικό. Τότε, με πλησίασε ο εκπρόσωπος ενός μουσικού πρακτορείου και μου ζήτησε συνεργασία. Μετά την κατάκτηση του Γκραν Πρι με «βομβάρδισαν» πολλοί μεγάλοι ατζέντηδες, ωστόσο εγώ επέλεξα εκείνον που με είχε «ανακαλύψει» πρώτος.

– Ποιες άλλες τραγουδίστριες σας αρέσουν;

– Συνηθίζω να ακούω την ίδια μουσική συνέχεια μέχρι να «καεί» το CD. Μια περίοδο μου άρεσε πάρα πολύ η φωνή της Μιρέλα Φρέιν. Τώρα που δουλεύω πάνω στον Ντον Τζιοβάνι και εστιάζω στην παλιά μουσική όπως είναι το μπαρόκ, ακούω μέχρι τελικής πτώσης την όπερα «Διδώ και Αινείας» με την εξαίσια φωνή της Ντέμπορα Γιορκ.

– Η φύση έχει και αυτή τις δικές της φωνές. Αγαπάτε κάποια;

– Μου αρέσει να ακούω και να παρακολουθώ τον ήχο της φωτιάς που ανάβουμε στο δάσος ή κοντά στο ποτάμι. Ο ήχος παράγεται και από την εικόνα και από τη μυρωδιά. Γι’ αυτό αγαπώ τον ήχο της φωτιάς. Επίσης, μου αρέσει ο ήχος της θάλασσας.

– Ο Χέντερλιν είχε πει: «τι να την κάνουμε την ποίηση σε τέτοιους δύσκολους καιρούς». Φοβάστε πως η παγκοσμιοποίηση και οι τεχνοκράτες μπορούν να ισοπεδώσουν κάθε τι διαφορετικό;

– Θεωρώ πως πάντα θα υπάρχει έστω και ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων που θα είναι επιρρεπείς σε έναν εκλεπτυσμένο πολιτισμό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προτιμούν να ζουν στο ισόγειο χωρίς να το εγκαταλείπουν ποτέ, επιλέγοντας να μην ανέβουν ποτέ στους πάνω ορόφους για να δουν τι συμβαίνει εκεί. Ευτυχώς, εκεί ζουν άνθρωποι που προτιμούν να μην τρέφουν μόνο το σώμα τους αλλά και την ψυχή τους.

– Οι ερωτευμένοι τραγουδιστές πώς τραγουδούν;

– Χάλια! (γέλια) Ο ερωτευμένος άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται για τίποτα. Το καρποφόρο έδαφος της δημιουργίας του το φέρνουν αργότερα οι αναμνήσεις του.

– Ο Βάγκνερ έλεγε πως το «θέατρο που δίδει φως είναι το θέατρο που καίγεται». Συμφωνείτε;

– (Γέλια). Οχι. Σε κάθε τομέα υπάρχουν πράγματα που προκαλούν θετικά ή αρνητικά συναισθήματα. Για παράδειγμα, υπάρχει θέατρο που σου προκαλεί σύγχυση, άγχος και σου αφήνει μια γεύση από την οποία πρέπει μετά να απαλλαγείς, να καθαριστείς. Αντίθετα υπάρχει και το θέατρο που σε βάζει στη διαδικασία της κάθαρσης και της πνευματικής και ψυχικής ανύψωσης.

– Τι κάνει μια σοπράνο «μεγάλη»;

– Στο άκουσμα της λέξης μεγάλη, η μοναδική που μου έρχεται στο μυαλό είναι η Μαρία Κάλλας. Αποψή μου είναι πως οι άνθρωποι που έφτασαν ψηλά δεν το είχαν θέσει ως στόχο. Η υψηλή τέχνη είναι μια πολύ εύθραυστη κατάσταση. Διαρκεί μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι είσαι μεγάλος. Εκείνη τη στιγμή καταστρέφονται τα πάντα. Για παράδειγμα, ένας θεατής παρακολουθεί μια παράσταση με αποτέλεσμα να ξεχνά τα πάντα, να μην τον ενδιαφέρει αν το κάθισμά του είναι άβολο ή αν ο διπλανός του έχει γρίπη. Αν, όμως, μπει στη διαδικασία να σκεφτεί «τι ωραία παράσταση, ούτε το κάθισμά μου δεν με ενόχλησε», τότε αυτομάτως το αίσθημα χάνεται.

– Φοβάστε πως όσο ανεβαίνετε υπάρχει ο κίνδυνος να αλλάξει ο χαρακτήρας σας;

– Ναι. Γι’ αυτό έχω θέσει στόχο να προσπαθώ και να παιδεύω διαρκώς το μυαλό μου πάνω σε αυτό.

– Οταν περνώ από το Μπολσόι αυτόματα μου γεννάται ένα αίσθημα δέους. Τα δικά σας συναισθήματα ποια είναι;

– Μείγμα δέους και οικειότητας. Η σχέση μου με τη μουσική ήταν μονόδρομος, την αίσθηση του δέους την ένιωσα πρώτη φορά όταν πέρασα την πόρτα του ωδείου της πόλης μου, για άσχετο μάλιστα λόγο.

– Επειδή η όπερα συνδέεται άμεσα με το θέαμα, το γεγονός πως είστε πολύ όμορφη γυναίκα σας βοηθάει;

– Μπορεί να βοηθάει τους σκηνοθέτες (γέλια). Η φωνή μου είναι λυρικής υψίφωνου. Γι’ αυτές τις φωνές έχουν γραφτεί έργα για νέες κοπέλες που είτε είναι ερωτευμένες είτε πάσχουν από έρωτα. Για να απαντήσω καθαρά στην ερώτησή σας, αν η ομορφιά συμπίπτει με την ωραία φωνή τότε σίγουρα αυτό βοηθάει στην όπερα.

– Οι αγαπημένοι σας ρόλοι ποιοι είναι;

– Της Νατάσας Ροστόφ από τον «Πόλεμο και Ειρήνη» του Προκόφιεφ, της Τατιάνας από τον «Ευγκένι Ονέγκιν» του Τσαϊκόφσκι, ενώ με κεντρίζει και αυτός της «Γιολάντας» που σε λίγο καιρό θα προστεθεί στο ρεπερτόριό μου.

– Οι ρόλοι επηρεάζουν τη ζωή σας;

– Ελπίζω πως όχι. Νομίζω βέβαια πως σε αυτή την ερώτηση μπορούν να απαντήσουν καλύτερα τα οικεία μου πρόσωπα.

– Την επόμενη χρονιά θα κάνει πρεμιέρα στο Μπολσόι η όπερα «Ντον Τζιοβάνι» στην οποία θα υποδυθείτε την Ντόνα Ελβίρα. Τη μουσική επιμέλεια και διεύθυνση της παράστασης έχει αναλάβει ο Θόδωρος Κουρεντζής, ενώ τη σκηνοθεσία θα υπογράψει ο Ανατόλι Βασίλιεφ. Σας τρομάζει η συνεργασία σας με δύο ριζοσπάστες καλλιτέχνες;

– Με τρομάζει και μάλιστα πολύ. Ωστόσο, δεν σας κρύβω πως ανυπομονώ να αρχίσουμε τις πρόβες.

Ο Μότσαρτ, τα ταξίδια η μοίρα και η Ελλάδα

– Αν είχατε τη δυνατότητα να περάσετε ένα Σαββατοκύριακο με έναν συνθέτη ποιον θα επιλέγατε;

– Εννοείται με τον Μότσαρτ.

– Τι άλλο αγαπάτε;

– Τα μη οργανωμένα τουριστικά ταξίδια. Να πορεύομαι όπου με οδηγεί το ταξίδι. Το καλοκαίρι που μας πέρασε παραλίγο να πάρω στον λαιμό μου την παρέα μου, καθώς αναγκαστικά με ακολούθησαν να διασχίσουμε έναν ποταμό στη νότια ορεινή Ρωσία. Για δέκα χιλιόμετρα ήμασταν σε ένα ποτάμι και ανεβοκατεβαίναμε βράχια από τα οποία έρρεαν ορμητικά νερά.

– Αν ένα τζίνι μπορούσε να εκπληρώσει τρεις ευχές σας, τι θα ζητούσατε;

– Δεν εμπιστεύομαι κανένα τζίνι. Συνήθως τα δώρα τους τα πληρώνεις με την ψυχή σου. Καλύτερα να πορεύεσαι μόνος σου στη ζωή ακούγοντας τη φωνή της μοίρας.

– Εχετε επισκεφθεί ποτέ την Ελλάδα;

– Οχι και θέλω πολύ. Ενα όνειρό μου, μάλιστα, είναι να πάω στην κοιλάδα με τις πεταλούδες στη Ρόδο.