Archive for Φεβρουαρίου 2010

«Βαφτιστικός» στη Θεσσαλονίκη

  • Η ΑΥΓΗ: 21/02/2010
  • Γράφει ο Κυριάκος Π. Λουκάκος

Είναι εύστοχος ο παράτιτλος «αχαρτογράφητο είδος» που αξιοποιεί για την ελληνική οπερέτα ο Μανώλης Σειραγάκης σε αναδημοσιευόμενο κείμενό του, φιλοξενούμενο στο  προγραμματικό βιβλιάριο της πρόσφατης παραγωγής του «Βαφτιστικού» από την Όπερα Θεσσαλονίκης. Τουλάχιστον με όρους βιωματικούς, αφού το τόσο αγαπητό στο λαό αυτό είδος έχει σταδιακά εκλείψει από την παραστατική πραγματικότητα του τόπου μας, αλλά και από τη ραδιοφωνική εκπομπή του.

Η αλήθεια είναι ότι, ως πολιτιστικό προϊόν της ελληνικής αστικής  τάξης, κατάφορτο, όπως ήταν εξάλλου φυσικό, από γαλλικές και κεντροευρωπαϊκές επιρροές, η οπερέτα εξοστρακίστηκε συνειδητά υπέρ του «λαϊκού» ακροάματος, που τελικά κατέκλυσε και διέφθειρε τα πάντα, παρά το γεγονός ότι οι δικές του αναφορές είχαν περισσότερη σχέση με το κοινωνικό περιθώριο και τον υπόκοσμο παρά με τον μέσο Έλληνα της πάλαι ποτέ φτωχής αλλά έντιμης Ελλάδας.

Μια ακόμη μοιραία μετεμφυλιακή παρεξήγηση μετά από εκείνην την τραγική της γλωσσικής κατεδάφισης. «Αχαρτογράφητο», λοιπόν, είδος η οπερέτα -να εξηγούμεθα- μόνο γιατί κάποιοι το κατέστησαν άγνωστο. Γιατί θυμούμαι ακόμη, αίφνης, τον ογκώδη κατάλογο «μελοδραματίων» που φιλοξενούσε το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη στη μεγάλη έκδοσή του έτους 1928, ενώ δεκάδες θα πρέπει να υπάρχουν οι ταινίες εγγραφών ελληνικής οπερέτας στο αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ένας θησαυρός που, αν δεν έχει ήδη απολεσθεί, αναμένει την ψηφιακή διάσωση και διάδοση.

Ακατάβλητη  ναυαρχίδα της ελληνικής οπερέτας παραμένει ο «Βαφτιστικός» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. Με την έξυπνη πλοκή του, που ταλαντεύεται γλυκά και δόκιμα ανάμεσα στο γαλλικό boulevard και την ελληνική ηθογραφία της εποχής των Βαλκανικών Πολέμων, και την γεμάτη αξιομνημόνευτες μελωδίες μουσική του, ο «Βαφτιστικός» κλέβει τις καρδιές, ακόμη κι όταν δεν του επιδαψιλεύεται η προσοχή και ο σεβασμός που του επιφύλαξαν οι υπεύθυνοι της παραγωγής της Όπερας Θεσσαλονίκης.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος ως σκηνοθέτης οπερέτας Χάρης Ρώμας απέφυγε αποδομητικές πρωτοβουλίες επιλέγοντας, ορθώς κατά την άποψή μας, να υπηρετήσει πρωτίστως τη μουσική. Οι υπαινιγμοί, όπου αυτοί υπήρξαν, όπως στους φαλλικούς θάμνους του σκηνικού του Μανόλη Παντελιδάκη, δεν διεκδίκησαν ποτέ την πρωτοκαθεδρία του ενδιαφέροντος, ενώ και η πρόσμειξη στο ντουέτο Βιβίκας – Κικής «Τον παλιό εκείνο τον καιρό», μιας μελωδίας του Σταμάτη Κραουνάκη, εμβάθυνε περαιτέρω τη νοσταλγική αναδρομή των δύο παλαιών συμμαθητριών. Η μουσική του έργου παρουσιάστηκε χωρίς ουσιώδεις περικοπές και απόλαυσε την επιμέλεια μερικών από τους διαπρεπέστερους εγχώριους λυρικούς καλλιτέχνες.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Βιβίκας η Τζίνα Πούλου χάρισε λάμψη και μουσικότητα, ατρόμητη στις στρατοσφαιρικές πτήσεις, αλλά και πρόθυμη για σιγανό τραγούδι, κυρίως όταν την συντρόφευε στα ερωτικά τους ντουέτα ο λυρικός Χαρμίδης του Γιάννη Χριστόπουλου. Και αν στον χαρακτήρα του μας έλειψε το ιδιωματικός ηρωικός λυρισμός ενός Πέτρου  Επιτροπάκη, ο Χριστόπουλος μας αντάμειψε με κομψή γραμμή και θερμή μουσικότητα. Στον μουσικά βραχύ ρόλο της Κικής η Ειρήνη Καράγιαννη αποτέλεσε πολυτελές απόκτημα και το ντουέτο της αναπόλησης κορυφαία στιγμή της βραδιάς. Για το άλλο δημοφιλές ντουέτο της («Η καρδιά μου πονεί για σας») η Καράγιαννη αρκέσθηκε στην μουσικά υπολειπόμενη σύμπραξη του υποκριτικά πειστικού Φίλιππου Σοφιανού, οι δυο τους όμως αξιοποίησαν την περίσταση για μιαν ευπρόσδεκτη χορευτική επίδειξη.

Απολαυστικές υποκριτικές βινιέτες από τον Δημήτρη Ναλμπάντη στο ρόλο του «κουραμπιέ» Ζαχαρούλη, τον Παναγιώτη Αθανασόπουλο ως Μίμη (ρόλο που επωμίσθηκε στις αρχές της σταδιοδρομίας του ένας Νίκος Ζαχαρίου) και τον Παύλο Μαρόπουλο στο μέρος του όντως βαφτιστικού Κορτάση. Η ενθουσιώδης συμμετοχή της Χορωδίας Θεσσαλονίκης και η αισιόδοξη σύμπραξη της Ορχήστρας του Πολιτισμικού Οργανισμού Δήμου Καλαμαριάς υπό την πάλλουσα διεύθυνση του Κώστα Παπάζογλου (17/01/2010) ολοκλήρωσαν καθοριστικά μια σοβαρή παρουσίαση που ελπίζουμε να δημιουργήσει προοπτική συνέχειας (με το «Πικ – Νικ» ή τα «Παραπήγματα» του Σακελλαρίδη φερ’ ειπείν…).

Μικρογραφίες σύγχρονης μουσικής από την ΕΛΣ

Η ΑΥΓΗ: 19/02/2010

Με επτά «μικροτεχνήματα» η Εθνική Λυρική Σκηνή επιχειρεί να προσεγγίσει ένα περισσότερο απαιτητικό μουσικόφιλο κοινό, οι αναζητήσεις του οποίου πηγαίνουν πέρα από το κλασικό οπερατικό ρεπερτόριο.

Επτά σύντομες όπερες δημιουργών του 20ού αιώνα στο «Ολύμπια»

Έτσι, για δύο μονάχα παραστάσεις (21 και 23 Φεβρουαρίου), το κρατικό λυρικό μας θέατρο ανοίγει τις πύλες του στη μουσική δημιουργία του 20ού αιώνα, φιλοξενώντας επτά σύντομες σύγχρονες όπερες, Επτά μικρογραφίες, όπως τις ονομάζει, που ανήκουν σε πέντε σημαντικούς Ευρωπαίους δημιουργούς.

Το ενιαίο πρόγραμμα στο θέατρο Ολύμπια αρχίζει με τον Θρύλο του παλιού ναυτικού, έργο του ελληνικής καταγωγής Mάρκου Σοφιανόπουλου. Πρόκειται για μια παραγγελία της ΕΛΣ του 2009 και βασίζεται στο ομότιτλο έργο του Σάμιουελ Τέυλορ Κόουλριτζ. Το ποιητικό κείμενο έχει διασκευαστεί από τον Πάολο Μάγκρις, για τον γεννημένο το 1952 στην Τεργέστη Σοφιανόπουλο, ο οποίος είναι διευθυντής της δημοτικής της χορωδίας, του παλαιότερου πολιτιστικού θεσμού της πόλης.

Οι υπόλοιπες έξι «μικρογραφίες» ανήκουν στον Σάμιουελ Μπάρμπερ (Μία παρτίδα μπριτζ, 1953), σε κείμενο Τζαν Κάρλο Μενότι, στον Πάουλ Χίντεμιτ (Μπρος και πίσω, 1927), σε λιμπρέτο Μαρτσέλους Σίφερ, ενώ στον Νταριούς Μιγιώ ανήκουν οι τρεις όπερες «του λεπτού» σε κείμενα Ανρί Οπενό, εμπνευσμένες από κύκλους της ελληνικής μυθολογίας (Η εγκατάλειψη της Αριάδνης, Η απελευθέρωση του Θησέα και Η αρπαγή της Ευρώπης, 1927). Τέλος, το πρόγραμμα ολοκληρώνεται με την Μάντισσα του Ανρί Σωγκέ, έργο του 1932, μια σκηνή για γυναικεία φωνή και μικρή ορχήστρα, που δομείται σε τρία μέρη: «Χαρτομαντεία», «Αστρολογία» και, τέλος, «Χειρομαντεία».

Οι Επτά μικρογραφίες θα παρουσιαστούν υπό τη μουσική διεύθυνση του Νίκου Βασιλείου και τη σκηνοθεσία έχουν αναλάβει οι Κατερίνα Πετσατώδη (στα έργα των Σοφιανόπουλου, Μπάρμπερ και Χίντεμιτ), Ίων Κεσούλης (στις τρεις όπερες του Μιγιώ) και Αγγέλα Σαρόγλου (στο έργο του Σωγκέ).

Υπερκινητικό, ευρηματικά πολύχρωμο μουσικό θέατρο για παιδιά

  • Στο θεατρικό ιντερμέδιο του Θερβάντες «Η σκηνή των θαυμάτων» (1615) βρήκε ο Γιώργος Κουρουπός ιδανικό υλικό για την πιο πρόσφατη λυρική δημιουργία του (2007).

Την παγκόσμια πρώτη της νέας, ομώνυμης όπεράς του παρακολουθήσαμε στην αίθουσα «Νίκος Σκαλκώτας» του ΟΜΜΑ αποκομίζοντας αμήχανες εντυπώσεις, κυρίως λόγω ακαταστάλακτης ισορροπίας μεταξύ μουσικής και θεατρικού λόγου (11/2/2010).

Ο συγγραφέας του «Δον Κιχώτη» γράφει στο αποκορύφωμα του ισπανικού Χρυσού Αιώνα, πολλές δεκαετίες αφού, μετά τη βίαιη εκδίωξη Αράβων και Εβραίων, οι Ισπανοί έχουν επικρατήσει ολοκληρωτικά στην εθνοφυλετικά αποκαθαρμένη, χριστιανική πλέον Ιβηρική. Αξιοποιώντας τον παγιωμένο στερεότυπο θεματικό άξονα απατεώνας-θύμα-συνένοχος διακωμωδεί και ξεσκεπάζει ανελέητα τις υποκριτικές κοινωνικές προκαταλήψεις και ψέγει τον δριμύ, μικρόψυχο φυλετικό ρατσισμό των συμπατριωτών του. Για να τολμήσει τη διδακτική κριτική του, ο Θερβάντες καταφεύγει στην προστατευτική σύμβαση του «θεάτρου μέσα στο θέατρο».

Επιζητώντας να καταγγείλει παρόμοιες σημερινές καταστάσεις, ο Κουρουπός κάνει κάτι ανάλογο σε επίπεδο μουσικής δραματουργίας με εργαλείο την παρωδία. Μελοποίησε αυτούσιο το λογοτεχνικό κείμενο με περισσό οίστρο και το πρότεινε ως όπερα δωματίου. Τυπικά, λοιπόν, πρόκειται για μια Literaturoper με διακριτά μέρη: ρετσιτατίβα, άριες/τραγούδια, σύνολα, ορχηστρικά ιντερλούδια. Επί της ουσίας, όμως, το αποτέλεσμα φάνηκε να επερωτά όλα της τα στοιχεία.

Η πρόταση του Κουρουπού αναπτύχθηκε εξ ολοκλήρου στο μεσοδιάστημα -διάκενο ή περιοχή αμοιβαίας διείσδυσης;- μουσικής και θεάτρου. Τι ακούσαμε και είδαμε; Επί 75′ τέσσερις σολίστες οργάνων και οκτώ τραγουδιστές όπερας εκτελούσαν με προσήλωση μία παρτιτούρα δίχως παύσεις, υπερκινητική, ευρηματικά πολύχρωμη, θορυβώδη, γεμάτη διαρκείς χαμαιλεόντειες εναλλαγές. Η μουσική αυτή καθ’ εαυτή δεν φάνηκε να ορίζει ατμόσφαιρες και άξονες παρακολούθησης, δεν αυτονομήθηκε υποδηλώνοντας κάτι περισσότερο ή διαφορετικό αυτού που ήδη μετέδιδε ο πεζός ή μελωδικά απαγγελλόμενος λόγος. Εν ολίγοις λειτούργησε μόνον υποστηρικτικά στο θεατρικό κείμενο παρέχοντας στερεότυπες ηχητικές αποδόσεις γεγονότων, σπαρταριστά γκαγκ, σύντομα εμβόλιμα τραγούδια, χαρακτηρισμούς μέσω χονδροειδούς διακωμώδησης οπερατικού τραγουδιού, συγκαλυμμένες ή/και προφανείς ιστορικίστικες αναφορές, μουσικά τσιτάτα.

Εάν δεν ήταν απλώς μελοποίηση θεατρικής παρωδίας, τότε ο στόχος της μουσικής παρωδίας παρέμεινε τις περισσότερες φορές ασαφής. Το όλον έρρευσε με νεύρο και εξωστρέφεια θορυβώδους χωρατού παρατεταμένης διάρκειας, θυμίζοντας κομμάτι μουσικού θεάτρου για παιδιά, στο οποίο κυριαρχούσε τυραννικά αυτό που ονομάζουμε σκηνική μουσική· μοιραία «άφησε απ’ έξω» τον ενήλικα φιλόμουσο. Βεβαίως, το γεγονός ότι στην παράσταση αρκετοί φάνηκαν να διασκεδάζουν αντιδρώντας θετικά στον τρελό ρυθμό των σκηνικών δρωμένων έδειξε πως, τελικά, η κατά Κουρουπόν «Σκηνή των θαυμάτων» έχει τους παραλήπτες της. Συνεπώς, οι παραπάνω επιφυλάξεις ίσως αφορούν μόνο τον στενά φιλόμουσο ακροατή/θεατή…

Τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος συντονίζοντας απόλυτα την προσέγγισή του προς την αποσπασματική, γρήγορη, πνευματώδη μουσική γραφή και κυρίως προς την έντονα παρωδιακή διάσταση «μαύρης κωμωδίας» που πρότεινε ο Κουρουπός. Στο άρτιο αποτέλεσμα συνέβαλαν επίσης τα «σπανιόλικα», ευστόχως καρατερίστικα κουστούμια της Κλερ Μπρέισγουελ. Επίτηδες ετερόκλητα και ετεροχρονισμένα, σε λαμπερά χρώματα, εμψύχωσαν το θεατρικό πεδίο με ένα διόλου αταίριαστο στοιχείο σουρεαλιστικής κλοουνίστικης μασκαράτας που θύμιζε Εγγονόπουλο! Το λιτό, άδειο σκηνικό του Αντώνη Δαγκλίδη -ένα κενό «κουτί» με δάπεδο χλοοτάπητα, ουρανό α λα Μαγκρίτ και φόντο από περιστρεφόμενα πολύθυρα- υλοποίησε έξυπνα το πεδίο απάτης του «τίποτα» με το οποίο ο δαιμόνιος Πανουργιάς τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί το γεμάτο προκαταλήψεις ακροατήριό του.

Μουσικά, η παράσταση υπήρξε καλή και γενικώς ισορροπημένη. Οδηγημένοι με ακρίβεια από τον Νίκο Τσούχλο, ο κρουστός Δ. Δεσύλλας, η φλαουτίστρια Μ. Δωρή, η κιθαρίστρια Ε. Παπανδρέου και ο τσελίστας Β. Νίνα έπαιξαν σε απόλυτη εγρήγορση συμβάλλοντας καίρια στον γρήγορο θεατρικό ρυθμό της παράστασης. Από τους οκτώ λυρικούς τραγουδιστές (Χριστογιαννόπουλος, Μπόγρη, Αδριανός, Γιαννακοπούλου, Αποστόλου, Τερζάκης, Συγγενιώτου, Ζερβού) ξεχώρισε εύκολα ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος ως θεατρώνης Πανουργιάς. Ο ακμαίος Ελληνας βαρύτονος, που πλέον τραγουδά σχεδόν αποκλειστικά σε ευρωπαϊκές λυρικές σκηνές, ισορρόπησε με υποδειγματική άνεση και καλαισθησία στο χαοτικό πεδίο της παράστασης συνεισφέροντας ορθοτονικά άψογο, μουσικότατο, ωραία πλασμένο, σωστά -και αριστοκρατικά!- αποστασιοποιημένο τραγούδι. *

  • Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ
  • Ελευθεροτυπία, Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

Φταίει ο… Θερβάντες

  • Μελοποίησε τη μαύρη και ανησυχητική κωμωδία «Η σκηνή των θαυμάτων», που ανεβαίνει την Τρίτη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Μια μαύρη και ανησυχητική κωμωδία είναι η νέα όπερα δωματίου του Γιώργου Kουρουπού, «H σκηνή των θαυμάτων», ο οποίος «συνεργάζεται» με ενθουσιασμό με τον Mιγκέλ Nτε Θερβάντες του 17ου αιώνα, για να αναδείξει την επιμονή του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας ως αθεράπευτες παθήσεις όλων των κοινωνιών και όλων των εποχών.

Σκηνή από την όπερα δωματίου «Η σκηνή των θαυμάτων» του Γιώργου Κουρουπού, που παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρώτη, στις 9 Φεβρουαρίου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου (επ

H όπερα παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρώτη στην αίθουσα «Nίκος Σκαλκώτας», στις 9 Φεβρουαρίου (θα επαναληφθεί στις 10 και 11/2), σε σκηνοθεσία Bαγγέλη Θεοδωρόπουλου (είναι ενταγμένη στις σειρές «Γέφυρες» και «Mουσικές του 20ού και 21ου αιώνα»).

Tο ιντερμέδιο του Θερβάντες (1547-1616), ένα από τα οκτώ που έγραψε το 1614, δύο χρόνια πριν πεθάνει, συνεπήρε τον Γιώργο Kουρουπό και τον οδήγησε, 18 χρόνια μετά τον Πυλάδη, να ξαναεπισκεφτεί την όπερα δωματίου, να ντύσει με σύγχρονη μουσική μια ιστορία που μπορεί να στείλει τα μηνύματά της και σήμερα και να της δώσει μια επείγουσα επικαιρότητα.

«Γι’ αυτό που συνέβη δεν φταίω εγώ, αλλά ο… Θερβάντες», σχολίαζε χθες χαριτολογώντας ο Γιώργος Kουρουπός. «Oταν διάβασα το κείμενο έπαθα… σοκ, γιατί ήταν αυτό που ζητούσα». Kαι εξήγησε τους λόγους: «H πρόκληση της μελοποίησης ήταν μεγάλη», ιδιαίτερα στο να «αποδώσει έναν έναν τους χαρακτήρες του Θερβάντες».

Παράλληλα «είναι η αποθέωση του θεάτρου, μια παράσταση μέσα στην παράσταση, όπου το θέατρο κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέφτη». Πρόκειται, επίσης, για «μια αλληγορία που καταγγέλλει τον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία, τον φόβο του άλλου, του διαφορετικού και τη δαιμονοποίησή του». Tέλος το θέαμα παρουσιάζει, σύμφωνα με τον ίδιο, «θαύματα που δεν γίνονται». Tον ρόλο της ψευδαίσθησης, των θαυμάτων «διαδραματίζει η μουσική».

O συνθέτης επιλέγει την κιθάρα, το κατεξοχήν όργανο της ισπανικής μουσικής, πλούσιο, λιτό και λαϊκής προέλευσης, για να δομήσει τη σύνθεσή του και την πλαισιώνει με το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα του φλάουτου, τη διακριτική συνοδεία του βιολοντσέλου και τα κρουστά, τα οποία σε εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία επενδύουν ρυθμικά κάθε φράση και επιχρωματίζουν τα υπόλοιπα όργανα (Eλενα Παπανδρέου κιθάρα, Δημήτρης Δεσύλλας κρουστά, Mαριλένα Δωρή φλάουτο, Bαγγέλης Nίνα βιολοντσέλο).

Tα σκηνικά είναι του Aντώνη Δαγκλίδη, η κινησιολογία της Aγγελικής Στελλάτου και τα κοστούμια της Kλαιρ Mπρεϊσγουέλ. H μουσική διεύθυνση είναι του Nίκου Tσούχλου.

Tη μετάφραση του κειμένου συνυπογράφουν οι Iσ. Kανσή, Kρ. Kλώνου-Bόσσου και B. Γαλανοπούλου του Tμήματος Λογοτεχνικής Mετάφρασης του Iνστιτούτου Θερβάντες Aθηνών.

Παίζουν: T. Xριστογιαννόπουλος, Aρ. Mπόγρη, X. Aνδριανός, T. Aποστόλου, Z. Tερζάκης, M. Συγγενιώτου, Xρ. Γιαννακοπούλου, Eλ. Zερβού, Γ. Γιαννούλης, Φ. Nικολάου, Π. Aργυρόπουλος, I. Aποστόλου, N. Kαλογεράκης, P. Kουτρουμπέλη.

  • Η απάτη ενός θιάσου

«H Σκηνή των Θαυμάτων» είναι μια απάτη ενός περιφερόμενου θιάσου, ο οποίος πείθει τους προεστούς και τους κατοίκους ενός ισπανικού χωριού ότι τα όσα συμβαίνουν επί σκηνής «δεν μπορείς να τα δεις, αν έχεις μέσα σου έστω και μια στάλα εβραϊκό αίμα ή είσαι νόθος». Oι χωρικοί αυθυποβάλλονται για να αποδείξουν την «καθαρότητά» τους και πιστεύουν όσα θαυμαστά τους αναγγέλλει ο θεατρώνης ότι συμβαίνουν μπροστά στα μάτια τους. O μόνος που αντιδρά, αρχικά, είναι ο κυβερνήτης αλλά, τελικά, αποφασίζει κι αυτός να αποδείξει ότι βλέπει «για να σώσει την τιμή του». Στο πρωτότυπο ο Θερβάντες τελειώνει την αφήγησή του σε ένα κλίμα ευτράπελα αποκαλυπτικό της μαζικής τύφλωσης. Στην όπερά του, ο Γιώργος Kουρουπός δίνει ένα πιο τραγικό τέλος, επιλέγοντας ένα αιματηρό τίμημα για να δραματοποιήσει τις τραγικές συνέπειες κάθε αποκλεισμού.

  • Ντεμπούτο
    «Tο έργο είναι συγγενικό τής κομέντια ντελ άρτε», υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης Bαγγέλης Θεοδωρόπουλος που σκηνοθετεί για πρώτη φορά όπερα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 04/02/2010

Σκηνή από την όπερα δωματίου «Η σκηνή των θαυμάτων» του Γιώργου Κουρουπού, που παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρώτη, στις 9 Φεβρουαρίου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου (επαναλαμβάνεται στις 10, 11/2)

Ο αδικοξεχασμένος κύριος Σπυρίδων Σαμάρας

  • Στη φιλόξενη αίθουσα του Παρνασσού στέγασαν το γενναιόδωρο αφιέρωμά τους στον Σπύρο Σαμάρα (1861-1917) τέσσερις Ελληνες μονωδοί της ΕΛΣ συνοδευόμενοι από τον πιανίστα Δημήτρη Γιάκα (25/1/2010).

Στιγμιότυπο από ανέβασμα της οπερέτας του Σαμάρα «Η Πριγκίπισσα της Σάσωνος» από την ΕΛΣ, το 1957, με τις Σ. Μουτσίου, Α. Ζαχαράτου, Γ. Κοκολιό και Γ. Τασούλη (Photo Αρχείο ΕΛΣ)

Στιγμιότυπο από ανέβασμα της οπερέτας του Σαμάρα «Η Πριγκίπισσα της Σάσωνος» από την ΕΛΣ, το 1957, με τις Σ. Μουτσίου, Α. Ζαχαράτου, Γ. Κοκολιό και Γ. Τασούλη (Photo Αρχείο ΕΛΣ)

Η βραδιά ξεκίνησε με μία σύντομη εισαγωγική ομιλία του αρχιμουσικού Βύρωνα Φιδετζή, στον οποίο πρωτίστως πιστώνεται η επανανακάλυψη και ηχογράφηση των οπερών του Κερκυραίου δημιουργού. Στο πρώτο μέρος, μόνοι ή σε συνδυασμούς, οι υψίφωνοι Χριστίνα Γιαννακοπούλου και Τζούλια Σουγλάκου, ο τενόρος Βαγγέλης Χατζησίμος και ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς ερμήνευσαν γνωστά τραγούδια, καθώς επίσης αποσπάσματα από την όπερα «Mademoiselle de Bell-Isle» (1905) και την οπερέτα «Η Πριγκίπισσα της Σάσωνος» (1915). Στο δεύτερο ακούστηκαν επτά εκτενή αποσπάσματα από την όπερα «Η Μάρτυς» (1984).

Από άποψη ρεπερτορίου η ακρόαση υπήρξε άκρως ενδιαφέρουσα! Επιπλέον ήταν ανεπιφύλακτα απολαυστική, καθώς στήριξε πειστικά μια χυμώδη, ευανάγνωστη μουσικοδραματική γραφή με πολλαπλά σημαίνουσες εγχώριες γειώσεις. Κινούμενοι με αυτοπεποίθηση και οικειότητα σε ένα ρεπερτόριο βεριστικού χαρακτήρα, οι τέσσερις μονωδοί πρόσφεραν ωραίες, καλοτραγουδισμένες ερμηνείες. Οι αποδόσεις των τραγουδιών σε ελληνική, ρομαντικού στίγματος ποίηση της εποχής (Πολέμης, Καμπούρογλου, Δροσίνης), χρωματίστηκαν εύστοχα με ισορροπημένες δόσεις συναισθήματος και στιλιζαρισμένης θεατρικότητας.

Καθαρή απόλαυση πρόσφερε το απόσπασμα από την οπερέτα· κρίμα που οι υπεύθυνοι ρεπερτορίου της ΕΛΣ για το Ακροπόλ απουσίαζαν. Αντίθετα, στα αποσπάσματα της «Μάρτυρος» οι δραματικοί τόνοι εντάθηκαν και έγιναν ποιο τραχείς, δίχως ωστόσο να διολισθαίνουν -τυπικά ατυχής εκτροπή- σε ακαλαίσθητη υπερβολή. Στα οπερατικά ντουέτα οι καλοτοποθετημένες, με ιδανικά διακριτά ηχοχρώματα φωνές της Γιαννακοπούλου (Νίνα) και της Σουγλάκου (Ναταλία) έδεσαν σε ηδονική συνήχηση. Οπως πάντα, ο Πλατανιάς (Τρίσταν) συνεισέφερε μουσικά εύηχο, δραματικά δυνατό τραγούδι, ενώ από τη συμμετοχή του Χατζησίμου (Μίκαελ) κρατάμε τις ωραίες μαλακές φράσεις των λυρικών στιγμών. Ωστόσο, στη βραδιά κυριάρχησε το αστέρι της Τζούλιας Σουγλάκου, η φωνητικά μεστή, δραματικά κάθετη, εκφραστικά ευαίσθητη ερμηνεία της βοά πως είναι έτοιμη για τη σκηνή του Ολύμπια!

ΥΓ.: Εφέτος που η ΕΛΣ γιορτάζει (;) τα 70χρονά της ικανοί μονωδοί της τραγουδούν Σαμάρα άνευ αμοιβής στον Παρνασσό, ενώ στον ετήσιο προγραμματισμό αγνοείται αβασάνιστα το ιστορικό ελληνικό ρεπερτόριο. Μήπως οι υπεύθυνοι ρεπερτορίου της ΕΛΣ ξεχνούν σταθερά κάτι;

  • Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Γιατί η Λυρική με αγνοεί τόσα χρόνια;

Ο Γιώργος Κουρουπός παρουσιάζει στις 9 Φεβρουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής την όπερα δωματίου «Η Σκηνή των Θαυμάτων», βασισμένη σε κωμικό ιντερμέδιο του Θερβάντες. Ο κορυφαίος συνθέτης, που τουλάχιστον δύο όπερές του («Πυλάδης» και «Δραπέτες της Σκακιέρας») έχουν αφήσει εποχή, δικαίως είναι θυμωμένος με την έλλειψη ενδιαφέροντος από το μοναδικό μας λυρικό θέατρο

Η νέα όπερα δωματίου «Η Σκηνή των Θαυμάτων» του Γιώργου Κουρουπού, που κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Μέγαρο Μουσικής την ερχόμενη Τρίτη, είναι βασισμένη στο ομώνυμο ιντερμέδιο του Θερβάντες. Κι όμως, από ένα παιχνίδι της τύχης, συνδέεται υπογείως με τη διάλεξη του Λόρκα για το «ντουέντε». Οχι μόνον επειδή γράφτηκε υπό συνθήκες μιας ελληνικής, πυρετώδους εκδοχής του άρρητου καλλιτεχνικού πάθους. Αλλά επειδή όλα άρχισαν από ένα αφιέρωμα στην περίφημη διάλεξη του Ισπανού ποιητή, που είχε συνυπογράψει το 2006 η Ορχήστρα των Χρωμάτων με το Ινστιτούτο «Θερβάντες».

Το τελευταίο έστειλε ως ευχαριστήριο δώρο στα μέλη της ορχήστρας τις εκδόσεις του με έργα των μεγαλύτερων Ισπανών λογοτεχνών, μεταφρασμένα από καθηγητές. «Ξεφυλλίζοντας τους τόμους, ξαφνικά», διηγείται ο συνθέτης, «έπεσα πάνω σε κάτι που δεν περίμενα ότι υπάρχει: ένα ιντερμέδιο του Θερβάντες, με μια άριστη, ρέουσα μετάφραση σε πεζό. Ηθελα να γράψω μια όπερα δωματίου. Κι αυτό το κρυμμένο διαμαντάκι ανταποκρινόταν σε ό,τι ακριβώς αναζητούσα. Μια αστεία ιστορία, με χαρακτήρα αλληγορικό. Ετσι λειτούργησε το «εδώ και τώρα», χωρίς καν να σκεφτώ αν το έργο θα παιχτεί. Μ’ έπιασε μεγάλος πυρετός. Εγραψα τη «Σκηνή των Θαυμάτων» μέσα σε ένα χρόνο, κάνοντας απολύτως το κέφι μου».

«Η Σκηνή των Θαυμάτων» του Μιγκέλ ντε Θερβάντες (1547-1616) είναι ένα από τα 8 ιντερμέδια που έγραψε το 1614, ένα χρόνο προτού ολοκληρώσει τον «Δον Κιχώτη» και δύο χρόνια πριν πεθάνει. Ενα ζεύγος μπαγαμπόντηδων θεατρίνων κι ένας ατάλαντος μουσικός περιοδεύουν κάνοντας «αρπαχτές». Το πρόγραμμά τους αποτελείται από δήθεν «θαύματα», τα οποία, όπως προειδοποιούν τους θεατές, «δεν μπορεί να τα δει όποιος είναι νόθος ή Εβραίος». Γι’ αυτό κανείς από τους προύχοντες του χωριού στο οποίο παρουσιάζονται τα «θαύματα» δεν τολμά να αντιδράσει. Η κατάσταση οδηγείται σε πλήρες χάος όταν αιφνίδια καταφτάνει κι ένας στρατιωτικός ουλαμός. Καθώς άλλοι νομίζουν πως πρόκειται για… θαύμα κι άλλοι ξεθαρρεύουν και καταγγέλλουν τους τσαρλατάνους, γίνεται σύρραξη κι όλοι πέφτουν νεκροί. Οι μόνοι που διαφεύγουν είναι οι τρεις απατεώνες….

Αντιρατσιστική όπερα

Αυτός είναι κι ο επίλογος του έργου, τον οποίο όμως ο Κουρουπός έχει επίτηδες παραλείψει. «Η σύρραξη», εξηγεί, «έχει χαρακτήρα σύγχρονης πολεμικής ή τρομοκρατικής ενέργειας. Θέλω ο θεατής, ενώ θα ‘χει σκάσει στα γέλια, να σκεφτεί τελικά ότι δεν είναι και τόσο αστεία η υπόθεση της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού που ζούμε και σήμερα. Η αιτία για να δημιουργηθεί χάος δεν εξέλιπε ποτέ».

Ο συνθέτης δούλεψε, διατηρώντας χωρίς ρίμα, το μεταφρασμένο κείμενο του Θερβάντες. Μουσικά χρησιμοποίησε φλάουτο, κιθάρα, βιολοντσέλο και πολλά κρουστά, ερμηνευμένα από «τέσσερις σπουδαίους σολίστ που μου έλυσαν τα χέρια. Η μουσική είναι μεγάλης δυσκολίας όσον αφορά την ερμηνεία, αλλά καθόλου δύσκολη όσον αφορά την πρόσληψη από το κοινό που θα έχει την αίσθηση ότι ακούει ισπανίζοντα μοτίβα – από αυτά που ακούγονται σχεδόν «κλισέ» στ’ αυτιά μας. Μέσα στο «πλακατζίδικο» κλίμα της ιστορίας, βασική προσπάθεια είναι να μη χαθεί ούτε λέξη από τους διαλόγους που τραγουδιούνται ολόκληροι. Η αισθητική άποψη ανιχνεύει τη δυνατότητα ενός ελληνικού τρόπου τραγουδίσματος στην όπερα…».

Η πρόσκληση του Μεγάρου Μουσικής εξασφάλισε την παρουσίαση. Δεν ήταν αυτονόητο. Η προηγούμενη όπερα του Κουρουπού ήταν η λυρική τραγωδία «Ιοκάστη» (Δελφοί, 2002). Το 2000 είχαν παρουσιαστεί με μεγάλη επιτυχία οι «Δραπέτες της Σκακιέρας» στη Λυρική Σκηνή, ήταν όμως μια ανάθεση και πρωτοβουλία της «Αττικής Πολιτιστικής» της Ελένης Μουσταίρα. Ο συνθέτης είχε πρωτοδοκιμαστεί στο είδος το ’91, όταν η όπερα δωματίου «Πυλάδης», σε κείμενο Γιώργου Χειμωνά και σκηνοθεσία και σκηνογραφία του Διονύση Φωτόπουλου, είχε κάνει διθυραμβική πρεμιέρα στο υποσκήνιο του Μεγάρου. Ηταν η πρώτη ελληνική όπερα που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο.

Οπερα στο συρτάρι

Και τώρα, αν δεν είχε πάρει το Μέγαρο πρωτοβουλία, η «Σκηνή των Θαυμάτων» ίσως να είχε τύχη ανάλογη με το «Καράβι του Ελατου». Η μεγάλη όπερα για παιδιά, γραμμένη από τον Κουρουπό εδώ και 10 χρόνια, δεν έχει ακόμα παρουσιαστεί.

  • Η πρώτη σας όπερα, ο «Πυλάδης», έκανε πρεμιέρα ταυτόχρονα με το Μέγαρο Μουσικής. Τι προσδοκίες είχατε τότε;

«Ηταν μια εποχή που όλες οι, ευρωπαϊκής προέλευσης, προοπτικές της χώρας δημιουργούσαν μια γενικότερη ευφορία. Υπήρχε μια μεγάλη προσδοκία ότι πάει η Ελλάδα να γίνει Ευρώπη. Τον εξευρωπαϊσμό προσπαθούσε να προωθήσει και ο Χρήστος Λαμπράκης».

  • Εκτοτε το Μέγαρο;

«Το Μέγαρο ήρθε να καλύψει όλα τα κενά που υπήρχαν και να λύσει χρόνια προβλήματα. Σε ένα βαθμό, τα κατάφερε. Αλλά βέβαια, δεν μπορεί να είναι ο μοναδικός φορέας της χώρας που λειτουργεί σωστά».

  • Μια όπερα σαν τη «Σκηνή των Θαυμάτων» δεν θα ‘πρεπε να είναι σε ανάθεση της Λυρικής;

«Ανάθεση θα σήμαινε ότι θα μου είχαν πληρώσει το έργο. Εγώ δεν πληρώνομαι από πουθενά, ούτε βέβαια μπορούσα να πω στο Μέγαρο «παίξτε ό,τι έγραψα και πληρώστε με». Ούτως ή άλλως δεν επεδίωξα ποτέ να γίνω πλούσιος μέσω της μουσικής – δεν γίνεσαι πλούσιος άμα την αγαπάς πραγματικά».

  • Η Λυρική δεν θα πρέπει όμως να επιδιώκει τη στήριξη της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας;

«Θα κάνω μια πιο σκληρή ερώτηση. Γιατί από το ’91 δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να ξαναγράψω μια μικρή όπερα, όταν με τον «Πυλάδη» είχε σημειωθεί τέτοια επιτυχία; Ελεος! Επίσης, μετά από μια δημιουργική πορεία που κάτι έχει αποδείξει, δεν έχω δικαίωμα να αναρωτηθώ γιατί μια όπερά μου δεν έχει παιχτεί εδώ και δέκα χρόνια; Κι όμως το «Καράβι του Ελατου» έχει προταθεί στη Λυρική δύο φορές – και μάλιστα όχι από εμένα. Αλλά ούτε φωνή ούτε ακρόαση».

Info:

«Η Σκηνή των Θαυμάτων» κάνει πρεμιέρα στις 9 Φεβρουαρίου και επαναλαμβάνεται στις 10 και 11/2. Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Μετάφραση: Ισμήνη Κανσή, Κρήτη Κλώνου-Βόσσου, Βιργινία Γαλανοπούλου. Σκηνικά: Αντώνης Δαγκλίδης. Κοστούμια: Claire Bracewell. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Χορογραφία: Αγγελική Στελλάτου.

Τραγουδούν: Χάρης Ανδριανός, Μαργαρίτα Συγγενιώτου, Χριστίνα Γιαννακοπούλου, Ελπινίκη Ζερβού, Τάσης Χριστογιαννόπουλος, Αρτεμις Μπόγρη, Τάσος Αποστόλου. Μουσική προετοιμασία: Θανάσης Αποστολόπουλος. Χορευτές-ηθοποιοί: Νίκος Καλογεράκης, Φώτης Νικολάου, Ρούλα Κουτρουμπέλη. Μουσικοί: Ελενα Παπανδρέου (κιθάρα), Δημήτρης Δεσύλλας (κρουστά), Μαριλένα Δωρή (φλάουτο), Βαγγέλης Νίνα (βιολοντσέλο). Μουσική διεύθυνση του Νίκου Τσούχλου. Διάρκεια: Μία ώρα.

Εισιτήρια: Στα ταμεία του Μεγάρου προς 40, 25 και 9 ευρώ (φοιτητικό).

Με αφετηρία την κομέντια ντελ άρτε

Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθετεί την πρώτη του όπερα στην πρώτη του συνεργασία με το Μέγαρο. «Σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως «Η Σκηνή των Θαυμάτων» ανήκει στην ισπανική εκδοχή της κομέντια ντελ άρτε: έχει πολλά κοινά στοιχεία, οι βασικοί χαρακτήρες μοιάζουν και η εποχή είναι η ίδια», λέει. «Η φόρμα της παράστασης είναι συνεπώς επηρεασμένη από την κομέντια, το κουκλοθέατρο και τις μαριονέτες.

Αυτό σημαίνει έντονο σωματικό στιλιζάρισμα, τόσο για τα πρόσωπα όσο και για το στήσιμο της παράστασης. Στο κομμάτι αυτό καθοριστικό ρόλο έπαιξε η Αγγελική Στελλάτου…».

Για να βρει τη φόρμα που ταίριαζε στη «Σκηνή των Θαυμάτων» είχε, όπως λέει, «πολύτιμη δεξαμενή γνώσης» τις σκηνοθεσίες του στον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» του Γκολντόνι και στο «Περλιμπλίν και Μπελίσα» του Λόρκα. «Στην όπερα, βέβαια, κυρίαρχη είναι η μουσική».

  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010