Υπερκινητικό, ευρηματικά πολύχρωμο μουσικό θέατρο για παιδιά

  • Στο θεατρικό ιντερμέδιο του Θερβάντες «Η σκηνή των θαυμάτων» (1615) βρήκε ο Γιώργος Κουρουπός ιδανικό υλικό για την πιο πρόσφατη λυρική δημιουργία του (2007).

Την παγκόσμια πρώτη της νέας, ομώνυμης όπεράς του παρακολουθήσαμε στην αίθουσα «Νίκος Σκαλκώτας» του ΟΜΜΑ αποκομίζοντας αμήχανες εντυπώσεις, κυρίως λόγω ακαταστάλακτης ισορροπίας μεταξύ μουσικής και θεατρικού λόγου (11/2/2010).

Ο συγγραφέας του «Δον Κιχώτη» γράφει στο αποκορύφωμα του ισπανικού Χρυσού Αιώνα, πολλές δεκαετίες αφού, μετά τη βίαιη εκδίωξη Αράβων και Εβραίων, οι Ισπανοί έχουν επικρατήσει ολοκληρωτικά στην εθνοφυλετικά αποκαθαρμένη, χριστιανική πλέον Ιβηρική. Αξιοποιώντας τον παγιωμένο στερεότυπο θεματικό άξονα απατεώνας-θύμα-συνένοχος διακωμωδεί και ξεσκεπάζει ανελέητα τις υποκριτικές κοινωνικές προκαταλήψεις και ψέγει τον δριμύ, μικρόψυχο φυλετικό ρατσισμό των συμπατριωτών του. Για να τολμήσει τη διδακτική κριτική του, ο Θερβάντες καταφεύγει στην προστατευτική σύμβαση του «θεάτρου μέσα στο θέατρο».

Επιζητώντας να καταγγείλει παρόμοιες σημερινές καταστάσεις, ο Κουρουπός κάνει κάτι ανάλογο σε επίπεδο μουσικής δραματουργίας με εργαλείο την παρωδία. Μελοποίησε αυτούσιο το λογοτεχνικό κείμενο με περισσό οίστρο και το πρότεινε ως όπερα δωματίου. Τυπικά, λοιπόν, πρόκειται για μια Literaturoper με διακριτά μέρη: ρετσιτατίβα, άριες/τραγούδια, σύνολα, ορχηστρικά ιντερλούδια. Επί της ουσίας, όμως, το αποτέλεσμα φάνηκε να επερωτά όλα της τα στοιχεία.

Η πρόταση του Κουρουπού αναπτύχθηκε εξ ολοκλήρου στο μεσοδιάστημα -διάκενο ή περιοχή αμοιβαίας διείσδυσης;- μουσικής και θεάτρου. Τι ακούσαμε και είδαμε; Επί 75′ τέσσερις σολίστες οργάνων και οκτώ τραγουδιστές όπερας εκτελούσαν με προσήλωση μία παρτιτούρα δίχως παύσεις, υπερκινητική, ευρηματικά πολύχρωμη, θορυβώδη, γεμάτη διαρκείς χαμαιλεόντειες εναλλαγές. Η μουσική αυτή καθ’ εαυτή δεν φάνηκε να ορίζει ατμόσφαιρες και άξονες παρακολούθησης, δεν αυτονομήθηκε υποδηλώνοντας κάτι περισσότερο ή διαφορετικό αυτού που ήδη μετέδιδε ο πεζός ή μελωδικά απαγγελλόμενος λόγος. Εν ολίγοις λειτούργησε μόνον υποστηρικτικά στο θεατρικό κείμενο παρέχοντας στερεότυπες ηχητικές αποδόσεις γεγονότων, σπαρταριστά γκαγκ, σύντομα εμβόλιμα τραγούδια, χαρακτηρισμούς μέσω χονδροειδούς διακωμώδησης οπερατικού τραγουδιού, συγκαλυμμένες ή/και προφανείς ιστορικίστικες αναφορές, μουσικά τσιτάτα.

Εάν δεν ήταν απλώς μελοποίηση θεατρικής παρωδίας, τότε ο στόχος της μουσικής παρωδίας παρέμεινε τις περισσότερες φορές ασαφής. Το όλον έρρευσε με νεύρο και εξωστρέφεια θορυβώδους χωρατού παρατεταμένης διάρκειας, θυμίζοντας κομμάτι μουσικού θεάτρου για παιδιά, στο οποίο κυριαρχούσε τυραννικά αυτό που ονομάζουμε σκηνική μουσική· μοιραία «άφησε απ’ έξω» τον ενήλικα φιλόμουσο. Βεβαίως, το γεγονός ότι στην παράσταση αρκετοί φάνηκαν να διασκεδάζουν αντιδρώντας θετικά στον τρελό ρυθμό των σκηνικών δρωμένων έδειξε πως, τελικά, η κατά Κουρουπόν «Σκηνή των θαυμάτων» έχει τους παραλήπτες της. Συνεπώς, οι παραπάνω επιφυλάξεις ίσως αφορούν μόνο τον στενά φιλόμουσο ακροατή/θεατή…

Τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος συντονίζοντας απόλυτα την προσέγγισή του προς την αποσπασματική, γρήγορη, πνευματώδη μουσική γραφή και κυρίως προς την έντονα παρωδιακή διάσταση «μαύρης κωμωδίας» που πρότεινε ο Κουρουπός. Στο άρτιο αποτέλεσμα συνέβαλαν επίσης τα «σπανιόλικα», ευστόχως καρατερίστικα κουστούμια της Κλερ Μπρέισγουελ. Επίτηδες ετερόκλητα και ετεροχρονισμένα, σε λαμπερά χρώματα, εμψύχωσαν το θεατρικό πεδίο με ένα διόλου αταίριαστο στοιχείο σουρεαλιστικής κλοουνίστικης μασκαράτας που θύμιζε Εγγονόπουλο! Το λιτό, άδειο σκηνικό του Αντώνη Δαγκλίδη -ένα κενό «κουτί» με δάπεδο χλοοτάπητα, ουρανό α λα Μαγκρίτ και φόντο από περιστρεφόμενα πολύθυρα- υλοποίησε έξυπνα το πεδίο απάτης του «τίποτα» με το οποίο ο δαιμόνιος Πανουργιάς τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί το γεμάτο προκαταλήψεις ακροατήριό του.

Μουσικά, η παράσταση υπήρξε καλή και γενικώς ισορροπημένη. Οδηγημένοι με ακρίβεια από τον Νίκο Τσούχλο, ο κρουστός Δ. Δεσύλλας, η φλαουτίστρια Μ. Δωρή, η κιθαρίστρια Ε. Παπανδρέου και ο τσελίστας Β. Νίνα έπαιξαν σε απόλυτη εγρήγορση συμβάλλοντας καίρια στον γρήγορο θεατρικό ρυθμό της παράστασης. Από τους οκτώ λυρικούς τραγουδιστές (Χριστογιαννόπουλος, Μπόγρη, Αδριανός, Γιαννακοπούλου, Αποστόλου, Τερζάκης, Συγγενιώτου, Ζερβού) ξεχώρισε εύκολα ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος ως θεατρώνης Πανουργιάς. Ο ακμαίος Ελληνας βαρύτονος, που πλέον τραγουδά σχεδόν αποκλειστικά σε ευρωπαϊκές λυρικές σκηνές, ισορρόπησε με υποδειγματική άνεση και καλαισθησία στο χαοτικό πεδίο της παράστασης συνεισφέροντας ορθοτονικά άψογο, μουσικότατο, ωραία πλασμένο, σωστά -και αριστοκρατικά!- αποστασιοποιημένο τραγούδι. *

  • Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ
  • Ελευθεροτυπία, Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: