Η υπέροχη Μαντάμα Μπάτερφλαϊ και οι …επτά νάνοι

  • ΤοΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Με τον εφιάλτη του ολέθρια -και αφρόνως- διογκωμένου χρέους της να τη στριμώχνει αλύπητα εν καιρώ εφιαλτικής οικονομικής κρίσης, τον Φεβρουάριο, η Εθνική Λυρική Σκηνή πρόσφερε δύο προτάσεις: ένα κοκτέιλ επτά μονόπρακτων λυρικών έργων του 20ού αιώνα (Ολύμπια) και τη «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ» (Μέγαρο Μουσικής).

Η διάσημη Κινέζα υψίφωνος Χούι Χε καθήλωσε το κοινό ως Μαντάμα Μπάτερφλαϊ

Η διάσημη Κινέζα υψίφωνος Χούι Χε καθήλωσε το κοινό ως Μαντάμα Μπάτερφλαϊ

Αναβίωση παλαιότερης παραγωγής σε σκηνοθεσία Πετρόπουλου (2005), η τελευταία αντικατέστησε την όπερα «Σαμψών και Δαλιδά» του Σεν-Σανς, που ακυρώθηκε για οικονομικούς λόγους όπως και ο βερντιανός «Χορός μεταμφιεσμένων», που αντικαταστάθηκε με άλλη παλαιότερη παραγωγή, επίσης σε σκηνοθεσία Πετρόπουλου, την «Τραβιάτα». Η προσθήκη της εξ αρχής προβλεπόμενης αναβίωσης του «Ριγολέτου» (Δεκέμβριος 2009) καθιστά την καλλιτεχνική περίοδο 2009-10 «Ετος Πετρόπουλου» στην ΕΛΣ.

Η …επτάδυμη παράσταση περιλάμβανε τα έργα: «Ο θρύλος του παλαιού ναυτικού» (Μάρκο Σοφιανόπουλο, 2009), «Μια παρτίδα μπριτζ» (Μπάρμπερ, 1953), «Μπρος και πίσω» (Χίντεμιτ, 1927), τη μυθολογική τριλογία «Η εγκατάλειψη της Αριάδνης», «Η απελευθέρωση του Θησέα» και «Η αρπαγή της Ευρώπης» (Μιγιό, 1927) και «Η μάντισσα» (Σογκέ, 1932). Η πρώτη εξ αυτών ήταν παραγγελία της ΕΛΣ στον 58χρονο Σοφιανόπουλο, συνθέτη ελληνικής καταγωγής από την Τεργέστη, συντοπίτη του καλλιτεχνικού διευθυντή της ΕΛΣ, Τζοβάνι Πάκορ.

Οι εντυπώσεις ήσαν από κάθε άποψη μετριότατες. Αρχής γενομένης από τον «Θρύλο» του Σοφιανόπουλο, τα έργα ήσαν αδύναμα, συνεπώς η βραδιά δεν είχε κέντρο βάρους. Υστερα, τόσον οι ατελείς εκτελέσεις όσον και το στρίμωγμα επτά οπερών σε ένα δίωρο, όπου, μάλιστα, τα διαλείμματα για στήσιμο/ξεστήσιμο σκηνικών διάρκεσαν περισσότερο από τη μουσική αυτή καθεαυτή, βοήθησαν ελάχιστα. Επιπλέον, με λιγοστές, ξεκάθαρες εξαιρέσεις -π.χ. ο τενόρος Κωνσταντίνος Κληρονόμος ως Θησέας- οι διανομές υπήρξαν έκδηλα άνισες· το ίδιο και οι σκηνοθεσίες που, ειδικά στον Μιγιό, έμοιαζαν αναποφάσιστες ως προς το ακριβές μουσικοδραματικό στίγμα των έργων. Τέλος, αντιμέτωποι με μουσικές γραφές ευρύτατου στιλιστικού φάσματος οι 16 μονωδοί και η αυτοσχέδια ορχήστρα υπό τον διευθυντή Χορωδίας της ΕΛΣ, Νίκο Βασιλείου, απλώς ηττήθηκαν κατά κράτος· τέτοιες απόπειρες απαιτούν κεκτημένες επιδόσεις τελείως διαφορετικού επιπέδου και βάθους. Σε δύσκολους καιρούς περιμένει κανείς από τους υπεύθυνους ρεπερτορίου της ΕΛΣ να σέβονται διπλά την κρατική χρηματοδότηση περισώζοντας τα ουσιώδη αντί να εντρυφούν σε άνευ νοήματος ασκήσεις εκκεντρικότητας. Πόσο μάλλον όταν ακόμη δεν έχουμε ακούσει βασικές όπερες του 19ου και 20ού αιώνα ενώ «ξεχάσαμε» πάλι το μπαρόκ.

Προβληματική σκηνοθεσία, έξοχη πρωταγωνίστρια

Οσον αφορά στην παράσταση της «Μαντάμας Μπάτερφλαϊ» του Πουτσίνι, κατ’ αρχάς θα παρακάμψουμε πλήρως το οπτικό μέρος: η προσαρμογή της σκηνοθεσίας/σκηνογραφίας του Πετρόπουλου στη μεγαλύτερων διαστάσεων σκηνή της αίθουσας «Τριάντη» απλώς επέτεινε τα εγγενή προβλήματα της αρχικής σύλληψής της: ανακόλουθη σκηνική απόδοση χώρων, επίπεδη χρωματική παλέτα, παντελώς ασυνάρτητοι φωτισμοί, μέτρια κίνηση, κακές λεπτομέρειες. Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, όμως, μας αποζημίωσε η σφιχτή, δυναμική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού και, βεβαίως, η παρουσία της Κινέζας υψιφώνου Χούι Χε, που τον περασμένο Νοέμβρη μας είχε χαρίσει την εξαίρετη στραουσική Αριάδνη στο Ολύμπια.

Η ακμαία 38χρονη λυρική τραγουδίστρια από τη Σαγκάη έχει τραγουδήσει αναρίθμητες φορές την Τσο-Τσο-Σαν, κάτι που αισθανθήκαμε άμεσα στην έμπειρη, σκηνικά άνετη, δίχως ίχνος ρουτίνας ερμηνεία του ρόλου. Η υγιής φωνή της, μεγάλη, φωτεινή, σφιχτή, με όγκο, απολύτως άνετη στην υψηλή περιοχή αλλά και εύκαμπτη, υπηρέτησε τον εξουθενωτικό ρόλο με άκρα ευαισθησία και καλαισθησία. Πλασμένη με μαλακές γραμμές, υπέροχα ρευστή φραστική της αναπτυσσόταν αβίαστα σε καλοζυγιασμένες, γενναιόδωρες κορυφώσεις δυναμικής διαπερνώντας άνετα την ορχήστρα. Οι καρφωτές ψηλές νότες ήσαν πάντα εύστοχες και εύηχες, οι αποσβέσεις των φράσεων αιθέριες και ακριβείς, δίχως «ξέφτια»· όλ’ αυτά στοιχειοθέτησαν ένα σπάνιας ποιότητας μάθημα πουτσίνειου τραγουδιού σε έναν ρόλο που εύκολα γίνεται πεδίο κυριαρχίας ευτελών ερμηνευτικών μανιερισμών.

Δίπλα της οι Ελληνες μονωδοί τραγούδησαν από καλά έως απλώς μέτρια. Τα σπάνια ξέφωτα μαλακών, λυρικών διατυπώσεων στην ερμηνεία του τενόρου Βαγγέλη Χατζησίμου (Πίνκερτον) ελάχιστα αποζημίωσαν για ένα τραγούδι γενικά αδρομερώς πλασμένο, με -ιδίως στο ξεκίνημα- πιεσμένες, σκληρές ψηλές νότες. Ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός ενσάρκωσε ένα μουσικά θαυμάσιο, σκηνικά ταιριαστά αποστασιοποιημένο Σάρπλες. Καλά, με πειστικές, συγκινητικές κορυφώσεις τραγούδησε τη Σουτζούκι η μεσόφωνος Μαρισία Παπαλεξίου. Μέτρια ήταν η απόδοση της Χορωδίας της ΕΛΣ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: