Οπερέτα και μουσικό θέατρο

  • Μια νέα μελέτη αναδεικνύει την ταραγμένη Αθήνα του Μεσοπολέμου μέσα από τη σκηνή

  • Του Νικου Α. Δοντα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08/05/2010

Πολλοί είναι οι μύθοι που έχουν δημιουργηθεί γύρω από την οπερέτα και την επιθεώρηση του μεσοπολέμου, καθώς τα δύο αυτά είδη συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας. Ξεκάθαρη είναι η σχέση τους με το τραγούδι, που μέχρι σήμερα –προ πάντων σήμερα– διεκδικεί περισσότερα απ’ όσα αναλογούν στην ξεχωριστή, «φυσική» του θέση στον σύγχρονο μουσικό μας πολιτισμό. Ξεκάθαρη, επίσης, είναι η σχέση με τον κινηματογράφο της μεταπολεμικής περιόδου, τον οποίο οπερέτα και επιθεώρηση τροφοδότησαν με πλήθος αρχετυπικών χαρακτήρων. Ιδού λοιπόν, επιτέλους, μία σοβαρή, εμπεριστατωμένη μελέτη για το θέμα αυτό, που επανέρχεται διαρκώς σε συζητήσεις και απασχολεί συχνά, κυρίως όμως μέσα από ανεκδοτολογικά στοιχεία των οποίων η ακρίβεια ελέγχεται. Ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης και ο Νίκος Χατζηαποστόλου είναι ονόματα οικεία σε όλους, η «Βαβυλωνία» ακουστή σε πολλούς. Τα πραγματικά γεγονότα, όπως παρουσιάζονται εδώ, δίνουν σε πρόσωπα και γεγονότα τις αληθινές τους διαστάσεις. Το δίτομο έργο του Μανώλη Σειραγάκη, με το πλήθος των υποσημειώσεων και παραρτημάτων είναι ανεκτίμητο για μελετητές. Ταυτόχρονα, όμως, είναι τόσο καλά γραμμένο, ώστε διαβάζεται εξ ίσου άνετα από κάθε φίλο των παραστατικών τεχνών και ευρύτερα όποιον ενδιαφέρεται για τον νεοελληνικό πολιτισμό.

Βασικό στοιχείο της προσέγγισης του συγγραφέα είναι ότι οπερέτα και επιθεώρηση οφείλουν να συσχετιστούν με πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά γεγονότα, κοντολογίς με την ιστορία του τόπου και όχι να αντιμετωπίζονται αυτόνομα μόνον ως μουσικοθεατρικά είδη. Ετσι, λόγου χάριν, σημειώνεται ότι «αν η ξένη οπερέτα είχε ταυτιστεί με τον κόσμο των βασιλέων και των πριγκίπων και δεχόταν συχνά την ανακτορική επιχορήγηση, η πρώτη ελληνική οπερέτα, έχοντας σαφές κοινωνικοπολιτικό στίγμα, γίνεται αντιμοναρχικό σατιρικό όπλο στα χέρια της ανερχόμενης αστικής τάξης. Κριτική για τον στρατό και τον στόλο σήμαινε αυτόματα και απόδοση ευθυνών στη βασιλική οικογένεια, τα μέλη της οποίας έπαιρναν αυτοδίκαια αξιώματα χωρίς πραγματική υπηρεσία».

Ελλειμμα παιδείας

Αληθεύει ότι τα πρώτα χρόνια ο Σπυρίδων Σαμάρας και ο Διονύσιος Λαυράγκας, συνθέτες κυρίως συμφωνικής μουσικής ή λυρικών έργων στράφηκαν και προς την οπερέτα. Ωστόσο, το γεγονός έχει πιθανόν μεγαλύτερη σχέση με βιοποριστικούς λόγους και ενδεχομένως γι’ αυτό δεν μπόρεσε να δώσει διαφορετική τροπή στις εξελίξεις. Η αθηναϊκή αστική κοινωνία της εποχής δεν είχε την παιδεία να παρακολουθήσει έργα που απαιτούν διαφορετικό βάθος μουσικής καλλιέργειας. Το ίδιο έλλειμμα παιδείας συνέβαλε αποφασιστικά στη δημοφιλία των ελαφρότερων ειδών και, αμείωτο, μέχρι σήμερα βοηθάει στην ανάδειξη του τραγουδιού ως ισότιμης έκφρασης πλάι σε είδη που απαιτούν τακτική παιδεία, πρωτοτυπία σκέψης και διαθέτουν μεγαλύτερο βάρος συμφραζομένων.

Η μελέτη εκτείνεται και στο ελαφρό μουσικό θέατρο μέχρι το 1940, αναφέρεται στους συντελεστές των θεαμάτων και τεκμηριώνει την προχειρότητα με την οποία το κράτος αντιμετώπιζε από την αρχή θέματα πολιτισμού, όπως την ίδρυση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ), χωρίς πρόβλεψη σχετικού κονδυλίου στον προϋπολογισμό. Προτείνει μία ενδιαφέρουσα ερμηνεία για την αποσιώπηση των περισσότερων συνθετών οπερέτας μέχρι σήμερα και, γενικότερα, ανοίγει τον διάλογο. Υπάρχει μεγαλύτερο κέρδος;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: