Βερολίνο, η πόλη της όπερας

  • Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Στις διαφημιστικές πινακίδες του βερολινέζικου μετρό κυριαρχεί η φράση «Βερολίνο, πρωτεύουσα της όπερας», γραμμένη με χοντρά κεφαλαία κάτω από ένα περίγραμμα της Πύλης του Βρανδεμβούργου, όπου το τέθριππο έχει αντικατασταθεί από μια νότα.

Χαοτικό εικαστικό πανόραμα στην «Αγία Ιωάννα. Τα οράματα της Ζαν Ντ' Αρκ» του Β. Μπράουνφελ

Χαοτικό εικαστικό πανόραμα στην «Αγία Ιωάννα. Τα οράματα της Ζαν Ντ’ Αρκ» του Β. Μπράουνφελ

Η ίδια φράση-σύνθημα φιγουράρει στο εξώφυλλο ενημερωτικού εντύπου, με το οποίο τα λυρικά θέατρα της γερμανικής πρωτεύουσας συνδιαφημίζουν τα προγράμματά τους. Στην τελευταία στήλη του αναγράφονται όλες οι πρεμιέρες όπερας και χορού της χρονιάς 2010-2011. Συνολικά 33 σε μια πόλη 3,5 εκατομμυρίων κατοίκων.

Η πρωτεύουσα της Γερμανίας διαθέτει τρία λυρικά θέατρα. Στον πρώην Ανατολικό Τομέα, η Κρατική Οπερα στη λεωφόρο «Υπό τας Φιλύρας» και η Κωμική Οπερα είναι ιστορικοί θεσμοί που ιδρύθηκαν στα τέλη του 18ου και 19ου αιώνα, αντίστοιχα. Η τρίτη, ονομαζόμενη απλώς Γερμανική Οπερα, ιδρύθηκε για να καλύψει τις ανάγκες των Δυτικοβερολινέζων κατά την ψυχροπολεμική περίοδο (1961-1989).

Παρά τις ριζικές αλλαγές που επέφερε η επανένωση του 1990 και τις έκτοτε οικονομικές δυσκολίες οι τρεις οργανισμοί επιβιώνουν, διατηρούν ξεχωριστό προφίλ και προσφέρουν αδιαλείπτως εκλεκτές παραστάσεις σε ενδιαφέρουσες σκηνοθεσίες. Τέλη Οκτωβρίου παρακολουθήσαμε στη Γερμανική Οπερα τρεις παραστάσεις. Ολες δόθηκαν σε εντυπωσιακά κατάμεστη αίθουσα, ενώ διέθεταν επικοινωνιακά σαγηνευτικό, σύγχρονο δραματουργικό στίγμα, υγιώς και ευδιάκριτα γειωμένο στο εδώ και τώρα, δίχως ίχνος μοντερνίστικου φορμαλισμού. Και οι τρεις διέθεταν ισορροπημένες διεθνείς διανομές, επικεφαλής των οποίων -είναι φανερό ότι το χρήμα «ρέει»!- βρίσκονταν ακμαίοι, κορυφαίοι μονωδοί από αυτούς που διεκδικούν ζηλότυπα οι λυρικές σκηνές των μεγαλουπόλεων της Δύσης, ενώ εμείς στην Ελλάδα γνωρίζουμε σποραδικά μέσα από τις παραμορφωτικές επιλογές της δισκογραφίας ή του DVD.

  • Τολμηρός «Κουρέας»

Εχοντας πίσω της γόνιμη θητεία στον κινηματογράφο και το θέατρο, η 56χρονη Βερολινέζα Καταρίνα Τάλμπαχ αντιμετώπισε τον ροσίνειο «Κουρέα» με παιχνιδιάρικο, καυστικό, ταιριαστά κυνικό πνεύμα. Εστησε μια παράσταση γρήγορων ρυθμών, σπινθηροβόλο διάλογο ανάμεσα στην ιστορική Comedia dell’ arte και στο σήμερα. Σε ένα σύγχρονο ισπανικό θέρετρο καταφθάνει με -αληθινό!- φορτηγό ένα περιφερόμενο θεατρικό σχήμα για να παρουσιάσει την πικάντικη ιστορία του Μπομαρσέ. Γνήσια τολμηρό, δίχως ψευτοσεμνοτυφίες, το στίγμα της παράστασης συνδύαζε την ευτελή ανεκδοτολογική φλυαρία του Αμερικανού εικαστικού Πολ Κάντμους με τη μεσογειακή καθημερινή υστερία του Αλμοδόβαρ ή -για να μεταφερθούμε στα καθ’ ημάς- την πικάντικη χαριτωμενιά του Μίνου Αργυράκη ή του Κυριτσόπουλου με την τηλεοπτική φολία των Παπαθανασίου-Ρέππα.

Επικεφαλής της διανομής ήσαν η εξαίρετη Αμερικανίδα Τζόις Ντιντονάτο (Ροζίνα), ο λαμπερός Ιταλός τενόρος Αντονίνο Σιραγκούσα (Κόμης Αλμαβίβα) που τραγούδησε άψογα την εφιαλτικής δυσκολίας τελική άρια του ρόλου του, ο απολαυστικός καρατερίστας Ισπανός μπασοβαρύτονος Κάρλος Κοσόν (Ντον Μπάρτολο) και ο Σλοβάκος βαρύτονος Ντάλιμπορ Γιένις (Φίγκαρο).

  • Οι κλώνοι του «Ντον Τζοβάνι»

Ο «Ντον Τζοβάνι» του Μότσαρτ έφερε την υπογραφή του 41χρονου Ρόλαντ Σβαμπ, μαθητή του κορυφαίου Ανατολικογερμανού σκηνοθέτη Γκετς Φρίντριχ (1930-2000). Η προσέγγισή του έφερε πολύ δυνατό, απολύτως σύγχρονο στίγμα. Δοσμένο με μοντέρνα, αυστηρά στιλάτα κοστούμια, βασίστηκε σε εύστοχες, βασικές ιδέες. Κατ’ αρχήν στο ότι ο ίδιος ο Ντον Τζοβάνι προδικάζεται εξ αρχής ως ύστατο θύμα της υβριστικής υπερβολής του· εξ ου και το μαρκάρισμα κάθε ενδιάμεσου θύματος με φθίνοντα νούμερα, που αντέστρεφαν σαρκαστικά τη λογική της υπεροπτικής άθροισης των ερωτικών κατακτήσεων! Δεύτερον, στο ότι κάθε άντρας είναι δυνάμει, αυτός καθ’ εαυτόν ή στα μάτια των γυναικών, μια κόπια ή ένας υποψήφιος Ντον Τζοβάνι· ένθεν η κουστωδία των ντοντζοβανικών κλώνων που περιέβαλλε αδιάλειπτα τον ήρωα.

Η μαύρη, άδεια σκηνή φωτιζόταν μόνον από ψυχρές μπάρες νέον: ένα πεδίο απογυμνωμένο από κάθε ιστορική αποσκευή αλλά και κάθε αγαπησιακή ζεστασιά. Περιστασιακές ιστορικίστικες αναφορές, όπως οι πύλες με τη δαντική επιγραφή «Οποιος διαβαίνει αυτή τη θύρα ας ξεχάσει κάθε ελπίδα» και το διάσημο κονστρουκτιβιστικό «Μνημείο της Γ’ Διεθνούς» του Τάτλιν, λειτούργησαν ως ευθύβολοι υπαινιγμοί διαχρονικότητας.

Ο Ιταλός μπασοβαρύτονος Ιλντεμπράντο Ντ’ Αρκάντζελο ήταν τέλεια σκηνική ενσάρκωση του Ντον Τζοβάνι και ο επίσης Ιταλός μπάσος Αλεξ Εσπόζιτο ενσάρκωσε ιδανικά τον υπηρέτη του, Λεπορέλο.

  • Αντισυμβατική «Αγία Ιωάννα»

Ασυζητητί πιο συναρπαστική παράσταση ήταν αυτή της όπερας του Βάλτερ Μπράουνφελς (1882-1954), «Αγία Ιωάννα. Τα οράματα της Ζαν Ντ’ Αρκ». Διωγμένος από τους ναζί, ο Μπράουνφελς έζησε τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελβετία, συνθέτοντας πυρετωδώς. Η «Ιωάννα» ολοκληρώθηκε το 1943 σε λιμπρέτο του συνθέτη, βασισμένο στα πρακτικά της δίκης της εθνικής ηρωίδας της Γαλλίας (1412-1431). Ο ίδιος τη θεωρούσε αριστούργημά του, όμως η τροπή των μουσικών εξελίξεων στα πρώιμα μεταπολεμικά χρόνια απέτρεψαν την παρουσίασή της.

Πρόκειται για ένα έργο-κραυγή απελπισίας, με υβριδικό χαρακτήρα και δομή μεταξύ ορατορίου-όπερας, αισθητά συγγενές σε έμπνευση, δομή και ανθρωπιστικούς στόχους προς τη σύγχρονή του «Ιωάννα στην Πυρά» του Ονεγκέρ. Τον Απρίλιο του 2008, οι Γερμανοί ανέθεσαν τη σκηνοθεσία της πρώτης παγκόσμιας παρουσίασης του στον πρόωρα χαμένο Κρίστοφ Σλίνγκενζιφ (1960-2010). Μαθητής και λάτρης του εικαστικού Γιόζεφ Μπόις, είχε ξεσηκώσει σάλο στη Γερμανία το 2004 με έναν άκρως εκκεντρικό αλλά συγκλονιστικό «Πάρσιφαλ» στο Μπάιροϊτ.

Αδιαφορώντας συνειδητά για κάθε έννοια συμβατικής, γραμμικής αφήγησης, προσπερνώντας κάθε ωραιολογία, έστησε και πάλι ένα παραληρηματικής έντασης, ελεγχόμενα χαοτικό εικαστικό πανόραμα. Πολλαπλές προβολές βίντεο με καύσεις Ινδών νεκρών και δρώμενα σύγχρονων μεσσιανικών σεκτών, περιστρεφόμενα σκηνικά με πολυώροφες κατασκευές, εφιαλτικοί φωτισμοί, συνεχείς κινήσεις μεγάλου πλήθους χορωδών και κομπάρσων, συνδυασμός ιστορικών και σύγχρονων κοστουμιών άρθρωσαν μια αριστοτεχνικά συνεκτική δραματουργία, που υπηρέτησε άψογα την κατακερματισμένη σε αλλεπάλληλα μικροεπεισόδια «υπόθεση» της όπερας. Τη μουσική του Μπράουνφελς τραγούδησε υποδειγματικά πολυμελής διανομή υπό τον Ουλφ Σίρμερ. *

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: