Μαγικός αυλός από τον Αρνω Μπερνάρ

  • Λουκάκος Κ.
  • Η ΑΥΓΗ: 23/01/2011

Δεν είναι δυνατή παρά η έκφραση ιδιαίτερης ικανοποίησης για την πρώτη ουσιαστική έξοδο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην κοινωνία μέσα από τα κυρίαρχα μέσα τηλεοπτικής ενημέρωσης. Λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τις διαδοχικές, εξ αναβολής, τηλεοπτικές μεταδόσεις της «Νόρμα» του Βιντσέντσο Μπελλίνι (παράσταση του Ιουνίου 2010 στο Ωδείον Ηρώδου του Αττικού) και της όπερας «Μαραθών – Σαλαμίς» του Παύλου Καρρέρ (από τον κύκλο παραστάσεων του περασμένου Οκτωβρίου), η στήλη υπενθύμιζε, σε -ασυνήθως για την ίδια- αυστηρό τόνο, το «υπηρεσιακό καθήκον» όλων των αρμοδίων να συμβάλουν ουσιαστικά σε αυτή την κατεύθυνση που αποτελεί αυτονόητη πρακτική όλων των στοιχειωδώς πολιτισμένων χωρών, παρεμπιπτόντως την μόνη ικανή να διευρύνει το κοινό και να αυξήσει τη ζήτηση εισιτηρίων στην κατεύθυνση της περιστολής των ελλειμμάτων του εθνικού μας λυρικού θεάτρου.

Χωρίς να διεκδικούμε συμμετοχή στην πίστωση αυτής της αισιόδοξης εξέλιξης, που εξακολουθούμε να ελπίζουμε ότι θα προσλάβει τακτική μορφή και μέσα από τη συχνότητα του Γ’ Προγράμματος της δημόσιας Ραδιοφωνίας, δεν δικαιούμεθα να αποφύγουμε την επισήμανση ότι η τεκμηριωμένη και άκαμπτη συνηγορία σε παρόμοιες κατευθύνσεις αποτελεί ιδιαίτερο λειτουργηματικό καθήκον των πολιτιστικών συντακτών και κριτικών όχι ως ύλη αντιπαράθεσης με τους ιθύνοντες των φορέων, αλλά -ιδιαιτέρως- για την ενίσχυση της επιχειρηματολογίας όσων από αυτούς αντιλαμβάνονται τα μηνύματα της εξαιρετικά δυναμικής εποχής μας έναντι άλλων τυχόν απρόθυμων συνομιλητών τους.

Στο πεδίο της δράσης της ΕΛΣ ο τελευταίος μήνας του απελθόντος 2010 σηματοδοτήθηκε από τη μόνη νέα παραγωγή του Θεάτρου των τελευταίων μηνών. Είναι κρίμα που ο σκηνοθέτης της «Θαΐδας» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (Μεγάλο Βραβείο Ενώσεως Κριτικών), ο εκ Στρασβούργου ορμώμενος Αρνώ Μπερνάρ, δεν αξιοποιήθηκε σε κάτι περισσότερο αισθαντικό και πρωτότυπο από τον αφορήτως επανερχόμενο «Μαγικό Αυλό» του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, προφανώς ως άλλοθι σωρευτικής αξιοποίησης μόνιμου στελεχιακού δυναμικού της Λυρικής (πόσο ωραιότερη η αναβίωση μιας όπερας σαν τον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» του Σάρλ Γκουνώ, που, κατά σύμπτωση, ο Μπερνάρ έχει ήδη σκηνοθετήσει στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου)…

Σε κάθε περίπτωση, η συμβατική νέα παραγωγή του «Αυλού» στηρίχθηκε σε ένα εύλογο σκηνικό (Μπρούνο Σβενγκλ) με μετακινούμενο κέντρο βάρους ανάμεσα στον παραμυθένιο εξωτισμό και τους συμβολισμούς του ελευθεροτεκτονισμού. Ο Μπερνάρ κατέστησε σαφές εξ αρχής ότι οι θνητοί πρίγκιπες Ταμίνο και Παμίνα, αλλά και το λαϊκό τους «κακέκτυπο» Παπαγκένο – Παπαγκένα (που προσωποποιούν το απορροφημένο από την opera seria κωμικό ιντερμέδιο της ναπολιτάνικης σχολής στο πρότυπο της «Αριάδνης» του Στράους), αποτελούν άθυρμα υπερκείμενων σχεδιασμών: ο «πολυμήχανος όφις», η «listige Schlange», της εναρκτήριας σκηνής φέρεται απροκάλυπτα για τον θεατή από βοηθούς σκηνής, προκειμένου να δικαιολογηθεί η δήθεν σωτήρια παρέμβαση των 3 κυριών που πυροδοτούν τη δράση. Στην εξέλιξη της βραδιάς, ωστόσο, έλειψαν τα ευρήματα που θα ανανέωναν το ενδιαφέρον για ένα τόσο εξαντλημένο και συζητήσιμο στο επίπεδο της πλοκής και του κειμένου έργο. Ακόμη και η ενδυματολογική πανσπερμία -επίσης του Σβενγκλ (Ταμίνο ως Ινδός, Παπαγκένο με αναφορές σε λαϊκή ενδυμασία Βαυαρού ή Τυρολέζου…)- ελάχιστα απέτρεψε την πλήξη.

Στα ενδιαφέροντα στοιχεία της βραδιάς που παρακολουθήσαμε (2 Ιανουαρίου 2011) ήταν η μουσική διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη, με μετρημένα και επίσημα τέμπι που δεν τους έλειπε ωστόσο η ρυθμική άνωση. Στο επίκεντρο ο αδρός αλλά και μοτσάρτειος Ταμίνο του Νίκου Στεφάνου με ευπρόσδεκτους «σιμονισμούς» αποκλιμακώσεων στις άριές του (τα ομιλούμενα γερμανικά του όμως βοούν για βελτίωση) και η αιθέρια Παμίνα της Μαρίας Μητσοπούλου, κατά τι ελαφρύτερη από τον φωνότυπο που ιδεωδώς θα επιθυμούσαμε για τον ρόλο. Ο Παπαγκένο του Χάρη Ανδριανού αποτελεί εγνωσμένη αξία για τη Λυρική: με άψογα γερμανικά στην υπηρεσία μιας ολοζώντανης εκφοράς του λόγου, σκηνική ευφυΐα και συνεχή ένταση της μελέτης του ρόλου, ο μικρόσωμος βαρύτονος αποτελεί πραγματικό αντίδοτο στους κινδύνους της επανάληψης. Στα ατού της παράστασης συναριθμούνται και τα τα 3 αγόρια (Ν. Χαζιράκη, Θ. Μπάκα -πότε θα την ακούσουμε σε κάτι μπαρόκ;-, Β. Πετρογιάννη) και η Παπαγκένα της Μυρσίνης Μαργαρίτη, ενώ για το ισχυρό τρίδυμο των Κυριών (Κ. Κίρχνερ, Γ. Ηλιοπούλου, Β. Ντίνα – Μαϊφάτοβα) οι εσωτερικές ισορροπίες παρέμειναν ζητούμενο.

Η μία και μόνη ευκαιρία δεν ήταν αρκετή προκειμένου η Βασίλισσα της Νύχτας (Μάιρα Μηλολιδάκη) να αποβάλει τη δικαιολογημένη νευρικότητα για τις υπερβατικές μουσικοδραματικές απαιτήσεις του ρόλου, ενώ ούτε ο έμπειρος Χριστόφορος Σταμπόγλης έπεισε ως Σαράστρο, ρόλος που προϋποθέτει βαθύτερο μπάσο από τον ίδιο. Η κυμαινόμενης απόδοσης στρατολόγηση νέων καλλιτεχνών από το Στούντιο Όπερας της ΕΛΣ, που ούτως ή άλλως αποτελεί υπεράνω κριτικής υποχρέωση του Θεάτρου, αλλά και η ανασφαλής απόδοση της χορωδίας, συνέτειναν περαιτέρω σε μιαν ωχρή συνολική αίσθηση θαμβού αποτελέσματος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: