Τροβατόρε: Εμβληματικός Βέρντι στο Ηρώδειο

Λουκάκος Κ., Η ΑΥΓΗ: 22/07/2012

Είναι πασίγνωστη η ρήση σχετικά με τον «Τροβατόρε», την ενδιάμεση από την τριλογία λυρικών επιδόσεών του, που καθιέρωσε οριστικά τον Τζουζέπε Βέρντι στα 1853: «Το μόνο που χρειάζεται ο Τροβατόρε για να πετύχει είναι απλά οι 4 μεγαλύτεροι τραγουδιστές του κόσμου», φέρεται να έχει αποφανθεί ο θρυλικός τενόρος Ενρίκο Καρούζο. Το συμπέρασμα ενός μεγάλου Μανρίκο της πρώιμης δισκογραφίας υπαινίσσεται με χιούμορ τις δυσθεώρητες απαιτήσεις δραματικής εξαγγελίας και φωνητικής επάρκειας που προϋποθέτει η ανάληψη των 4 πρωταγωνιστικών χαρακτήρων της συγκεκριμένης όπερας (των 5 θα υποστηρίζαμε εμείς!). Από αυτή την προσδοκία παραιτούνται σταδιακά οι φιλόμουσοι, τουλάχιστον από τότε που τους ρόλους αυτούς επωμίζονται λυρικοί καλλιτέχνες ελαφρότερης κατηγορίας από εκείνη που απαιτείται. Υπάρχει όμως και μια άλλη διδακτική ανάγνωση της περιώνυμης ρήσης: εκείνη που μας προκαλεί να σταθμίσουμε «το μόνο που δεν χρειάζεται» για την επιτυχία της αυτή η κοσμαγάπητη όπερα, και αυτό συνίσταται -κατά την άποψή μας- σε σκηνοθετική σύλληψη που αντιστρατεύεται τις ίδιες τις λέξεις του κειμένου και τις επιταγές της μουσικής του Βέρντι.

Η άποψη αυτή δεν είναι ασύμβατη με την επιφυλακτική θεώρηση για το λιμπρέτο που ανέκαθεν συνόδευε και περιόριζε την αποδοχή του «Τροβατόρε» σε ψαγμένους κύκλους έναντι άλλων δημιουργιών του συνθέτη. Γιατί η τραγική υποκατάσταση του θανόντος συνεργάτη του, του έμπειρου ποιητή και δραματουργού Σαλβατόρε Καμαράνο, από τον άπειρο και συγκριτικά άσημο Λεόνε Εμανουέλε Μπαρντάρε, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι ο Βέρντι δεν επιδίωξε με επιτυχία εκείνο το δραματουργικό αποτέλεσμα που θα ξενοδοχούσε με πληρότητα την χειμαρρώδη μουσική και την πυρετώδη σκηνική έμπνευσή του. Αλλά και από πλευράς σκιαγράφησης των χαρακτήρων ο συνθέτης πέτυχε να συντηρήσει την τσιγγάνα Ατζουτσένα στο επίκεντρο ενδιαφέροντος του σεναρίου του, επενδύοντας πειστικά με τις ιδέες του τη συνεχή ταλάντευσή της ανάμεσα στη λατρεία εκείνου που μεγάλωσε σαν γιο της και στο πάθος εκδίκησης για τον αποτρόπαιο χαμό της μάνας της. Σε μιαν εποχή που το θέατρο γνωρίζει μεταμοντέρνες υπερβάσεις στις συμβάσεις του, το περιστασιακά ασυνεπές υπόστρωμα πλοκής του «Τροβατόρε» χρήζει ελάχιστων απολογιών για λογικά χάσματα. Όσο για την πυρετώδη μουσική του, αυτή πλημμύρισε και πάλι το Ηρώδειο (10-14/6/2012, παρακολουθήσαμε την παράσταση της 12ης), έχοντας όμως σταθερά απέναντί της μιαν αναιρετική σκηνοθετική εμμονή!

Στο πλαίσιο αυτό, κυριολεκτικά μας προσέβαλε ο σκηνοθέτης, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, φωτιστής και… χορογράφος (!) της παραγωγής Στέφανο Πόντα,κυρίως με την εκζήτηση μιας εξαιρετικά αργής και δήθεν τελετουργικής κινησιολογίας που την εγκυρότητά της διέψευδαν συνεχώς οι ελληνικοί υπέρτιτλοι. Διερωτώμεθα ποιες θεωρήσεις μπορούν να δικαιολογήσουν σε μιαν όπερα τόσον ευθέως και τρικυμιώδους πάθους κοστούμι για τον αντάρτη επώνυμο ήρωα που θυμίζει… βουδιστή μοναχό, ή τη δέσμευση του ακόλουθου Ρουίζ σε ακινησία, όταν ο αρχηγός του τον καλεί να βιαστεί και να… «πετάξει» (Affrettati, Ruiz! Va, torna, vola!).

Παρά τις εκτός ρόλου ταλαιπωρίες του (όπως στην τελική σκηνή που εκλήθη να ερμηνεύσει σε εξαιρετικά άβολη θέση), ο Κορεάτης τενόρος Ρούντυ Παρκ πατά με αξιοσημείωτη επάρκεια και σημειακή φωτοσκίαση στα ορειχάλκινα χνάρια του Μάριο Ντελ Μόνακο που προφανώς θαυμάζει. Εντελώς εκτός ρόλου παρέμεινε αντιθέτως η φωνητικά και υποκριτικά ρηχή Ατζουτσένα της Αμερικανίδας μέτζο Τιτσίνα Βον. Τι καλά, λοιπόν, που ο Βέρντι αναθεώρησε τα αρχικά του σχέδια και διεύρυνε τον ρόλο της Λεονόρα, αφού η Τσέλια Κοστέα ευτυχώς δεν είναι απλώς «un soprano lirico che canta bene», όπως χαρακτήριζε εκνευρισμένος διάσημη συνάδελφό της διαπρεπής Ιταλός κριτικός μετά από παράσταση στη Βερόνα, αλλά μια οπτικά πανέμορφη Λεονόρα με πλούσια και ομοιογενή εξαγγελία, διανθισμένη με όλες τις λεπτότητες του μπελκάντο, με εξαίσιο έλεγχο αναπνοής και υποδειγματική τήρηση της γραμμής, στοιχεία για τα οποία βοά -συνήθως μάταια- ο ρόλος της Αραγωνέζας αρχοντοπούλας. Το δίχως άλλο η Κοστέα αποτελεί την ευρωπαϊκή απάντηση στη Ζόντρα Ραντβανόφσκι της Μετ! Πλάι της, διεκδικητικός αντεραστής και πιστευτός μεσαιωνικός αριστοκράτης, ο αγέρωχος και καλλιεπής Λούνα του Δημήτρη Πλατανιά, κινησιολογικά έγκυρος, ηχοχρωματικά ιδιωματικός και σκανδαλιστικά ασφαλής ιππέας της βερντιάνικης καντιλένας. Τέλος, μεστός ο Φερράντο του έμπειρου Δημήτρη Καβράκου, σε καλή βραδιά, και ενδιαφέρουσα μεταξύ των δευτεραγωνιστών -στην αναγκαστική συντομία της- η παρέμβαση του νεαρού ομόφωνού του Θεόδωρου Μωραΐτη ως γερο-τσιγγάνου. Η μουσική διεύθυνση της Ορχήστρας της ΕΛΣ από τον Λουκά Καρυτινό πάσχισε στο α’ μέρος να ανταποκριθεί στους σκηνοθετικούς ακκισμούς και σε μια χορωδία που έμοιαζε ανασφαλής, αλλά ευτυχώς ο έμπειρος μαέστρος εστίασε στον ασφαλή άξονα της εμπειρίας του για το δεύτερο. Όσο για τον πολυτεχνίτη κ. Πόντα, ας μην ανησυχεί: ο Βέρντι θριάμβευσε σε πείσμα του…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: