Archive for the ‘Αΐντα’ Category

«Αΐντα» πιστή στο πνεύμα Βέρντι

[Του Νικου Α. Δοντα, Η Καθημερινή, 5/8/2012]. Μετά το Βερολίνο και τη Θεσσαλονίκη η παράσταση «Yasou Aida», συμπαραγωγή της «Οπερας των ζητιάνων» και της «Νόικελνερ Οπερ», δόθηκε στις 29 Ιουνίου στο ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Η κεντρική της ιδέα θα μπορούσε να υιοθετηθεί θαυμάσια από οποιοδήποτε λυρικό θέατρο. Πιθανότατα, μάλιστα, να ήταν προτιμότερη από υπερπαραγωγές αμφίβολου γούστου που παγίως πλήττουν όπερες του Βέρντι με προσχηματικά ιστορική θεματολογία, όπως η «Αΐντα»: είναι γνωστό ότι στην κατακερματισμένη πατρίδα του, ο συγκεκριμένος συνθέτης επιθυμούσε να εκφράσει επίκαιρες, επαναστατικές σκέψεις και ιδέες, κατανοητές στο ακροατήριό του. Συνέχεια

«Με την Αΐντα μοιραζόμαστε το νόστο»

  • Η Κινέζα υψίφωνος Χούι Χε έχει εμφανιστεί δύο φορές στη χώρα μας κλέβοντας τις εντυπώσεις. Τον Νοέμβριο του 2009, μας χάρισε στην Εθνική Λυρική Σκηνή μια εξαίρετη «Αριάδνη στη Νάξο» του Στράους, ντεμπουτάροντας μάλιστα στον συγκεκριμένο ρόλο. Και τον περασμένο Μάρτιο ήταν η Τσο-Τσο-Σαν στην «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ» του Πουτσίνι και πάλι από την ΕΛΣ (Μέγαρο Μουσικής).

«Δεν ήταν καθόλου δύσκολο για μένα να σπουδάσω όπερα στην Κίνα» δηλώνει η Χούι Χε. Στη φωτογρ., σκηνή από την «Αριάδνη στη Νάξο» του Στράους, όπως την απολαύσαμε τον Νοέμβριο του '09 στη Λυρική Σκηνή

«Δεν ήταν καθόλου δύσκολο για μένα να σπουδάσω όπερα στην Κίνα» δηλώνει η Χούι Χε. Στη φωτογρ., σκηνή από την «Αριάδνη στη Νάξο» του Στράους, όπως την απολαύσαμε τον Νοέμβριο του ’09 στη Λυρική Σκηνή

Αύριο η 38χρονη λυρική τραγουδίστρια θα ενσαρκώσει την «Αΐντα» του Βέρντι στο Ηρώδειο μόνο για μία βραδιά. Η παράσταση της Λυρικής, που κάνει πρεμιέρα απόψε στο ρωμαϊκό θέατρο, επαναλαμβάνεται και στις 28 Ιουλίου, υπό τη μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού. Πρόκειται για την αναβίωση της σκηνοθεσίας του Ντίνου Γιαννόπουλου (του ’91), που ανέλαβε να προσαρμόσει ο Παναγής Παγουλάτος.

Η Χούι Χε έχει τραγουδήσει αναρίθμητες φορές την Αΐντα (Λος Αντζελες, Αρένα ντι Βερόνα, Σανγκάη, Μπορντό). Τον περασμένο Μάρτιο ντεμπούταρε με τον συγκεκριμένο ρόλο στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης (με αρχιμουσικό τον Πάολο Καρινιάνι) καθηλώνοντας το κοινό και κερδίζοντας επάξια το χαρακτηρισμό της «καλύτερης Αΐντα της εποχής μας». Διακρίνεται άλλωστε όχι μόνο για το μεγάλο εύρος της φωνής της (ιδιαίτερα στις υψηλές περιοχές) αλλά και για την άνεσή της στη σκηνή.

Το άστρο της έλαμψε όταν το 2000 απέσπασε το δεύτερο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό Πλάθιντο Ντομίνγκο-Οπεράλια στο Λος Αντζελες. Δύο χρόνια αργότερα κέρδισε το πρώτο βραβείο στον 42ο διεθνή διαγωνισμό Φωνών για τις όπερες του Βέρντι στο Μπουσέτο της Ιταλίας και από τότε πρωταγωνιστεί στις μεγαλύτερες όπερες του κόσμου.

  • Ποια ήταν η πιο αξέχαστη εμπειρία στην καριέρα σας μέχρι σήμερα;

«Το ντεμπούτο μου στη Σκάλα του Μιλάνου το 2006 με την «Τόσκα» υπό τον Λόριν Μάαζελ και τον περασμένο Μάρτιο στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης με την «Αΐντα». Ηταν δύο στιγμές που μου πρόσφεραν μεγάλη ικανοποίηση και χαρά».

  • Οι κριτικοί σάς αναφέρουν ως την καλύτερη Αΐντα των καιρών μας. Τι κάνει μια ερμηνεία μοναδική; Μια πολύ καλή προετοιμασία ή κάτι άλλο;

«Είναι το αποτέλεσμα μιας τέλειας ομαδικής δουλειάς. Κάθε μέλος της ομάδας πρέπει να είναι ένας άριστος επαγγελματίας. Ομως κι αυτό δεν είναι αρκετό. Απαιτείται ο καθένας να καταθέσει την ψυχή και την αγάπη του σε ό,τι κάνει. Αυτό είναι το μυστικό. Και για να φτάσουμε στη μοναδική ερμηνεία το βράδυ της παράστασης, πρέπει να δουλεύουμε σκληρά και κάθε μέρα. Η μουσική είναι αποστολή και όχι επάγγελμα».

  • Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση κάθε φορά που ερμηνεύετε την Αΐντα;

«Να μπω ψυχή τε και σώματι στο ρόλο. Κάθε ρόλος είναι ένα ξεχωριστό άτομο, δεν είναι μόνο νότες. Η μουσική σε βοηθά να εκφράσεις αυτό το άτομο. Και για να το πετύχεις πρέπει να μελετήσεις πολύ την ιστορική περίοδο του έργου, τον πολιτισμό, να μάθεις για τους ανθρώπους της εποχής».

  • Αισθάνεστε ότι έχετε κάτι κοινό με την Αΐντα; Είναι κι αυτή ξένη στην Αίγυπτο. Εχετε αισθανθεί εσείς ποτέ ξένη στη Δύση;

«Εχετε δίκιο. Μένω σε μια ξένη χώρα όπως και η Αΐντα. Οπότε ναι, αυτό το μοιραζόμαστε. Ευτυχώς όμως για μένα η Ευρώπη δεν μοιάζει σε τίποτα με την Αίγυπτο την εποχή της Αΐντα! Η ηρωίδα είναι μια ερωτευμένη γυναίκα. Προσωπικά θεωρώ ότι η αγάπη είναι το κεντρικό θέμα της όπερας. Τα πάντα «χτίζονται» γύρω της. Είναι η αγάπη της προς τον πατέρα της αλλά πάνω απ’όλα η αγάπη της για τον Ρανταμές. Η Αΐντα εκπροσωπεί την αγάπη. Την αισθάνεσαι, είναι τόσο δυνατή και απόλυτη που την οδηγεί στην υπέρτατη θυσία. Οπωσδήποτε και η δική μου Αΐντα είναι μια γυναίκα που ζει έντονα το πάθος της, παρά τις φυλετικές διαφορές. Τελικά θεωρώ ότι η γλυκύτητα, η ειλικρίνεια και η εσωτερική ομορφιά νικάει πάντα. Ελπίζω να το μεταδώσω και στο κοινό του Ηρωδείου».

  • Σήμερα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ερμηνευτές είναι τεράστιος. Τι θα συμβουλεύατε μια νεαρή Ελληνίδα σοπράνο;

«Να ζει έντονα. Να είναι ο εαυτός της, να είναι γενναιόδωρη. Να σέβεται τους άλλους και να γνωρίζει τα όριά τους. Οπωσδήποτε πρέπει να είναι επαγγελματικά προετοιμασμένη και να έχει κάνει πολύ καλές σπουδές. Και πάλι όμως αυτά δεν είναι αρκετά. Για να πετύχει πρέπει να μπορεί να δώσει αυτό που οι άλλοι δεν μπορούν: τον εσωτερικό της κόσμο και την εντιμότητά της. Το κοινό καταλαβαίνει πάντα πότε ένας ηθοποιός, ένας μουσικός, ένας ερμηνευτής προσποιείται κάτι που δεν είναι».

  • Εχετε συνεργαστεί στο παρελθόν με σκηνοθέτες όπως ο Μπομπ Γουίλσον. Στην «πολεμική» ανάμεσα στις σύγχρονες παραστάσεις και τις κλασικές αναβιώσεις έργων ποιο μέρος παίρνετε;

«Κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει καν να γίνεται αυτός ο διαχωρισμός. Οι παραγωγές είναι καλές ή κακές, επιτυχημένες ή αποτυχημένες. Δούλεψα σε υπέροχες μοντέρνες παραστάσεις και σε άλλες περισσότερο κλασικές, που ήταν όμως μικρής αξίας. Πολύ λίγοι σκηνοθέτες μπορούν να κάνουν τους ερμηνευτές να φαίνονται μικροί! Κατά τη γνώμη μου η βάση για μια καλή παράσταση είναι ο σεβασμός της μουσικής αλλά και της δραματικότητας του έργου».

  • Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συνθέτες;

«Η φωνή μου είναι κατάλληλη για ρόλους που απευθύνονται σε «σοπράνο spinto»: διαθέτει μεγάλη διαύγεια και ένταση και ταυτόχρονα μια πιο σκοτεινή χροιά. Μπορεί να χειριστεί τις δυναμικές αλλαγές στη μουσική και γλιστρά πάνω από την ορχήστρα ακόμη κι όταν παίζουν όλα τα όργανα. Πολλοί μαέστροι αγαπούν τη φωνή μου γι’αυτό το λόγο. Ρόλους για σοπράνο spinto διαθέτουν οι όπερες του Πουτσίνι («Τόσκα», «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ», «Μανόν Λεσκό») και του Βέρντι («Η δύναμη του πεπρωμένου», «Αΐντα», «Τροβατόρε»). Με τον «Τροβατόρε» και τη «Λουίζα Μίλερ» του Βέρντι θα αναμετρηθώ μέσα στα επόμενα χρόνια. Αλλά και μ’ άλλους νέους ρόλους για μένα όπως π.χ. στο «Αντρέα Σενιέ» του Ουμπέρτο Τζορντάνο. Θα ευχόμουν επίσης να τραγουδήσω «Ντον Κάρλο» και «Δύναμη του πεπρωμένου» του Βέρντι». *

«Δεν έχω χρόνο για προσωπική ζωή»!

  • Πότε ανακαλύψατε τη φωνή σας; Και τι σας έφερε στην όπερα;

«Αγαπούσα πάντα τη μουσική. Οι γονείς μου με έστρεψαν στην όπερα σε ηλικία περίπου 18 ετών. Η πρώτη όπερα που άκουσα ήταν στο ραδιόφωνο, η «Μποέμ», κι αμέσως ερωτεύτηκα το συγκεκριμένο είδος μουσικής».

  • Τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε στο ξεκίνημά σας;

«Ευτυχώς, τα πάντα προέκυψαν πολύ φυσικά. Δεν αντιμετώπισα ιδιαίτερα προβλήματα, κυρίως γιατί είχα τη στήριξη της οικογένειάς μου. Το Ωδείο στην πόλη όπου γεννήθηκα, την Xi’An (την παλιά αυτοκρατορική πόλη, γνωστή διεθνώς για τους γλυπτούς στρατιώτες από τερακότα), ήταν άρτια εξοπλισμένο. Διαθέτει μια μεγάλη συλλογή από CD και DVD, ενώ οι εξαίρετοι καθηγητές του σπούδασαν στην Ιταλία και γνωρίζουν την ευρωπαϊκή όπερα. Οπότε δεν ήταν καθόλου δύσκολο για μένα να σπουδάσω όπερα στην Κίνα».

  • Ξεκινήσατε ως μέτζο σοπράνο. Τι σας έκανε να αλλάξετε στιλ και να γίνετε σοπράνο;

«Προφανώς το διαβάσατε στο Ιντερνετ. Δεν είναι αληθές. Δεν υπήρξα ποτέ μέτζο. Ημουν από την αρχή σοπράνο».

  • Τώρα πια πού ζείτε; Στην Ευρώπη ή στην Κίνα;

«Ζω μόνιμα στη Βερόνα της Ιταλίας από το 2002. Εχω όμως σπίτι και στην Xi’An όπου πηγαίνω χωρίς δεύτερη σκέψη όταν έχω χρόνο».

  • Οικογένεια έχετε;

«Δυστυχώς όχι. Για την ώρα είμαι απόλυτα αφοσιωμένη στην καλλιτεχνική μου εξέλιξη. Τα μεγαλύτερα θέατρα με αναζητούν και μου είναι πολύ δύσκολο να σκέφτομαι άλλα πράγματα. Δεν έχω το χρόνο. Στο μέλλον, φαντάζομαι ότι θα αποκτήσω ιδιωτική ζωή, ελπίζω ευτυχισμένη».

ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ: Χάπενινγκ στην «ομίχλη»

Το λεωφορείο- διαφήμιση της «Αΐντα»

Ενα διώροφο λεωφορείο επιστράτευσε χτες η διοίκηση της Λυρικής Σκηνής προκειμένου να διαλαλήσει, με «χρώματα» της «Αΐντα» και με μπαντίνα, τη δεύτερη παραγωγή της στο Ηρώδειο. Το χάπενινγκ, στο κέντρο της Αθήνας, ακόμη και μπροστά από το Προεδρικό Μέγαρο, έρχεται σε αντιδιαστολή με τη σκληρή πραγματικότητα της Λυρικής Σκηνής, όπου το «τοπίο» μόνο γιορτινό δεν είναι. Ουδέν νεώτερον από το …μέτωπο του ΥΠΠΟ-Τ όσον αφορά στην πολυαναμενόμενη έκτακτη επιχορήγηση της ΕΛΣ. Ταυτόχρονα, το μοναδικό λυρικό μας θέατρο αποψιλώνεται από εργαζόμενους, στους οποίους δεν ανανεώνονται οι συμβάσεις εργασίας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι όσους καλλιτέχνες απασχολεί η ΕΛΣ ως εκτάκτους για τις παραστάσεις της, η διοίκηση τους επιβάλλει συμβάσεις έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας, με όλες τις επιπτώσεις σε βάρος τους (ασφαλιστικές εισφορές, δώρα, επιδόματα, εργασιακά δικαιώματα). Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι στο καλλιτεχνικό προσωπικό ακόμη δεν έχουν καταβληθεί δεδουλευμένα από τον περασμένο Νοέμβρη. Μετά από καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας η διοίκηση υποσχέθηκε ότι θα δοθούν μέχρι 31/7.

Οσον αφορά στην «Αΐντα» του Βέρντι, στο Ηρώδειο, στις 23, 24 και 28/7 (9 μ.μ.), η παράσταση είναι βασισμένη στην ιστορική σκηνοθεσία του Ντίνου Γιαννόπουλου (1991). Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός, σκηνοθετική προσαρμογή: Παναγής Παγουλάτος, προσαρμογή σκηνικών και κοστουμιών: Τότα Πρίτσα, προσαρμογή χορογραφίας: Ιρίνα Ακριώτη – Κολιουμπάκινα, φωτισμοί: Νίκος Εργαζάκης, διεύθυνση μπάντας: Γιώργος Αραβίδης. Συμμετέχουν η Ορχήστρα, η Χορωδία και το Μπαλέτο Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Τους ρόλους ερμηνεύουν διαδοχικά: Αΐντα: Τιζιάνα Καρούζο (23, 28/7) – Χούι Χε (24/7), Ελένα Κασσιάν (23, 28/7) – Χαρίκλεια Μαυροπούλου (24/7), Στιούαρτ Νιλ (23, 24/7) – Μπάντρι Μαϊσουράτζε (28/7), Γιάννης Γιαννίσης (23/7) – Δημήτρης Πλατανιάς (24, 28/7), Δημήτρης Καβράκος (23, 28/7) – Χριστόφορος Σταμπόγλης (24/7), Δημήτρης Κασιούμης (23, 28/7) – Τάσος Αποστόλου (24/7), Δημήτρης Σιγαλός (23, 28/7) – Νίκος Στεφάνου (24/7), Αρτεμις Μπόγρη (23, 28/7) – Ινές Ζήκου (24/7). [Ριζοσπάστης,Τετάρτη 21 Ιούλη 2010]

Αΐντα από τα παλιά

  • Της ΠΑΡΗΣ ΣΠΙΝΟΥ, Επτά, Κυριακή 18 Ιουλίου 2010
  • Μετά τη «Νόρμα» η Εθνική Λυρική Σκηνή επανέρχεται εκτάκτως στο Ηρώδειο αυτό το καλοκαίρι με μια δεύτερη όπερα: τη δημοφιλή «Αΐντα» του Βέρντι, που βασίζεται στην ιστορική σκηνοθεσία που είχε κάνει ο Ντίνος Γιαννόπουλος, το 1991.

Από  αριστερά, Ελενα Κασσιάν, Γιάννης Γιαννίσης και Τιτσιάνα Καρούζο.

Από αριστερά, Ελενα Κασσιάν, Γιάννης Γιαννίσης και Τιτσιάνα Καρούζο.

Πρόκειται για μια μεγάλη παραγωγή με ορχήστρα, χορωδία και μπαλέτο, με έλληνες και ξένους ερμηνευτές. Η πρεμιέρα θα δοθεί την Παρασκευή, με την ιταλίδα υψίφωνο Τιτσιάνα Καρούζο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ θα ακολουθήσουν δύο ακόμα παραστάσεις στις 24 και 28 Ιουλίου. Την ορχήστρα θα διευθύνει ο Λουκάς Καρυτινός και τη χορωδία ο Νίκος Βασιλείου.

Για χάρη της «Αΐντα» οι αποθήκες της Λυρικής άνοιξαν, τα παλιά κοστούμια της Λίζας Ζαΐμη φρεσκαρίστηκαν και τα ιστορικά σκηνικά του Γιάννη Καρύδη, που είχαν καταστραφεί, έγιναν από την αρχή (την προσαρμογή των σκηνικών και των κοστουμιών επιμελείται η Τότα Πρίτσα).

«Η ενθαρρυντική ανταπόκριση του κόσμου στη «Νόρμα» μάς οδήγησε να πάρουμε την απόφαση να παρουσιάσουμε μία ακόμα όπερα στο Ηρώδειο, αυτήν την εποχή. Ασφαλώς με τη λογική της οικονομίας που διέπει τη Λυρική τη δύσκολη περίοδο που διανύουμε» τονίζει ο Παναγής Παγουλάτος, υπεύθυνος για τη σκηνοθετική προσαρμογή.

«Η «Αΐντα» έχει μείνει στη μνήμη του κοινού λόγω της εξαιρετικής μουσικής που έγραψε ο ώριμος Βέρντι. Είναι ένα έργο που επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, με μεγάλο πλήθος ερμηνευτών και θεαματικότατη σκηνή» συνεχίζει ο ίδιος. «Για να δημιουργήσουμε εκ νέου τα σκηνικά βασιστήκαμε στο βίντεο της παράστασης του 1991, τα προσαρμόσαμε όμως στη χωροταξία του Ηρωδείου με πιο σύγχρονο πνεύμα. Ετσι, το σκηνικό δεν είναι πλέον τόσο ψηλό, αποφύγαμε το πολύ χρυσό, τονίσαμε τα χρώματα με φωτισμό που πέφτει πάνω στις πέτρες…»

Η πρόταση του 1991 ήταν ένα κλασικό ανέβασμα. «Δεν έχουν γίνει αλλοιώσεις στο κείμενο, κρατήσαμε την ιστορία και τους ήρωες του Βέρντι» τονίζει ο Π. Παγουλάτος. Ετσι μία ακόμα φορά θα μεταφερθούμε στην Αίγυπτο, την εποχή ισχύος των φαραώ, για να ζήσουμε μια ιστορία αγάπης και προδοσίας, γεμάτη συγκρούσεις. Γνωστή για την περίφημη σκηνή του θριάμβου η όπερα εστιάζει στα συναισθήματα των πρωταγωνιστών: της κόρης του βασιλιά της Αιθιοπίας Αΐντα και της κόρης του βασιλιά της Αιγύπτου Αμνέριδας, οι οποίες διεκδικούν τον γενναίο αρχιστράτηγο Ρανταμές.

Η «Αΐντα» παρουσιάστηκε πρώτη φορά στην όπερα του Καΐρου, το 1871, ενώ έναν χρόνο αργότερα έγινε η πανευρωπαϊκή πρεμιέρα της στη Σκάλα του Μιλάνου. Στην Εθνική Λυρική Σκηνή πρωτοπαρουσιάστηκε το 1958, όταν εγκαινιάστηκε το σημερινό θέατρο «Ολύμπια». Στις παραστάσεις του Ηρωδείου η διανομή είναι διπλή: Αΐντα: Τιτσιάνα Καρούζο (23 & 28/7), Χούι Χε (24/7). Αμνερις: Ελενα Κασσιάν (23 & 28/7), Χαρίκλεια Μαυροπούλου (24/7), Ρανταμές: Στιούαρτ Νιλ (23 & 28/7), Μπάντρι Μαϊσουράτζε (28/7) κ.ά. *

«Αΐντα» στο Ηρώδειο

Βέρντι

Η υπέροχη μουσική του Βέρντι θα πλημμυρίσει το Ηρώδειο, στις 23, 24 και 28/7 (9 μ.μ.), όπου παρουσιάζεται από την Εθνική Λυρική Σκηνή ένα από τα πλέον δημοφιλή έργα του, η «Αΐντα». Η δεύτερη μες στο καλοκαίρι παραγωγή της Λυρικής (σε συνεργασία με το Δήμο Αθηναίων) είναι βασισμένη στην ιστορική σκηνοθεσία του Ντίνου Γιαννόπουλου (1991). Η τετράπρακτη όπερα, σε ποιητικό κείμενο του Αντόνιο Γκισλαντσόνι (στηριγμένο σε σενάριο του Ογκίστ Μαριέτ), τοποθετείται στην Αίγυπτο, την εποχή των Φαραώ, όπου είναι αιχμάλωτη η Αΐντα, κόρη του βασιλιά της Αιθιοπίας. Η φήμη της όπερας οφείλεται, κυρίως, στο μουσικό μέρος και στην περίφημη θριαμβική παρέλαση των νικητών μπροστά στον Φαραώ. Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός, σκηνοθετική προσαρμογή Παναγής Παγουλάτος, προσαρμογή σκηνικών και κοστουμιών Τότα Πρίτσα, προσαρμογή χορογραφίας Ιρίνα Ακριώτη – Κολιουμπάκινα, φωτισμοί Νίκος Εργαζάκης, διεύθυνση μπάντας Γιώργος Αραβίδης. Συμμετέχουν η Ορχήστρα, η Χορωδία και το Μπαλέτο Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Τους ρόλους ερμηνεύουν διαδοχικά: Αΐντα: Τιζιάνα Καρούζο (23, 28/7) – Χούι Χε (24/7), Ελένα Κασσιάν (23, 28/7) – Χαρίκλεια Μαυροπούλου (24/7), Στιούαρτ Νιλ (23, 24/7) – Μπάντρι Μαϊσουράτζε (28/7), Γιάννης Γιαννίσης (23/7) – Δημήτρης Πλατανιάς (24,28/7), Δημήτρης Καβράκος (23, 28/7) – Χριστόφορος Σταμπόγλης (24/7), Δημήτρης Κασιούμης (23,28/7) – Τάσος Αποστόλου (24/7), Δημήτρης Σιγαλός (23,28/7) – Νίκος Στεφάνου (24/7), Αρτεμις Μπόγρη (23,28/7) – Ινές Ζήκου (24/7).

Αΐντα… στο πόδι

  • Η κυρία κάνει πρόβες ως Αmneris. Πρόκειται για την κόρη του Φαραώ στην όπερα Αΐντα του Βέρντι. Για το στόρι είναι ερωτευμένη με Αιγύπτιο στρατηγό, ο οποίος όμως αγαπά την Αΐντα- αλλά είναι και σε δίλημμα μεταξύ της υποταγής στον Φαραώ και του αντικειμένου του έρωταη οποία είναι αιχμάλωτη πριγκίπισσα από την Αιθιοπία. Μπέρδεμα.  Τέλος πάντων, γράφτηκε το 1870 σε χρόνο ρεκόρ – τέσσερις μήνες- για να εγκαινιάσει το νέο μεγαλοπρεπές θέατρο του Καΐρου. Δεν πρόλαβε όμως και έτσι έγινε γνωστό από τη Σκάλα του Μιλάνου. Ωστόσο, ο Βρετανός σκηνοθέτης Graham Vick της επεφύλασσε μια κακόγουστη συνέχεια.  Δεν φτάνει που ετοιμάζει παράσταση πάνω σε μια τεράστια πλωτή σκηνή σε λίμνη της Αυστρίας, το πόδι του αγάλματος έχει αστεράκια… Νo comments. [ΤΑ ΝΕΑ, 25/07/2009]

Αΐντα στο Ηρώδειο από την ΕΛΣ

  • Οι σύγχρονες σκηνοθετικές αντιλήψεις συχνά γίνονται αντικείμενο σκληρού σχολιασμού από τους νοσταλγικούς μελομανείς του χθες, που αντιμετωπίζουν, όμως, το αντεπιχείρημα ότι πολλές από τις πολυτελείς αναβιώσεις του τότε ήσαν «κιτς», όρος αρκετά ακαθόριστος ώστε να συνδυάζει την καταγγελία της άσκοπης δαπάνης με τη μομφή του κακού γούστου.

Ανάλογα ερωτήματα δεν ανακύπτουν στην περίπτωση έργων που, από τον ίδιο τον προορισμό και την πρόθεση του δημιουργού τους, ενσωματώνουν τον ιδεολογικό και αισθητικό πυρήνα παρόμοιων αιτιάσεων. Τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν τα μεγαλεπήβολα λυρικά θεάματα του πολυμήχανου Τζάκομο Μάγιερμπερ, που επιτέλους η Ευρώπη ανακαλύπτει χωρίς τις αντισημιτικές παρωπίδες του Βάγκνερ, αλλά και όπερες, όπως η «Αϊντα», ο «Ναμπούκο» ή η «Τουραντώ», ιδίως όταν αναβιώνουν σε αχανείς χώρους ρωμαϊκών αμφιθεάτρων, εντάσσοντας τον επιβλητικό όγκο των αρχαίων μνημείων στον σκηνογραφικό τους διάκοσμο.

Ιδιαιτέρως η «Αϊντα», που ο Βέρντι συνέθεσε κατά παραγγελίαν του Αιγυπτίου Αντιβασιλέως για τα εγκαίνια της Διώρυγας του Σουέζ και που πλήθη συρρέουν κάθε χρόνο να την απολαύσουν με φόντο τις Πυραμίδες στο Λούξορ ή την Αρένα της Βερόνα, δεν έχει ανάγκη απολογιών. Το «κιτς» είναι εδώ ενδιάθετο, στοχευμένο και απαραίτητο για την ουσιαστική υπηρέτηση του έργου, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστη αισθητική συνιστώσα.

Υπ’ αυτήν την έννοια ευπρόσδεκτη υπήρξε η μετάκληση του μεγαλειώδους νατουραλιστικού σκηνικού της Αρένας από τη γοητευτική μεσαιωνική πόλη του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας στο ομόλογό της Ωδείον Ηρώδου του Αττικού. Και είναι βέβαιο ότι το πνεύμα του αείμνηστου τενόρου Τζοβάννι Τζενατέλλο, του εισηγητή των ανοικτού χώρου μελοδραματικών παραστάσεων σε σύγχρονους καιρούς, θα ευλογούσε το εγχείρημα, αν θεωρούσε τους τραγουδιστές που επελέγησαν αντάξιους του οράματός του. Σπουδαίος Ρανταμές και Οθέλλος ο ίδιος, ο Τζενατέλλο θα απέρριπτε για τον ρόλο τόσο τον οπτικά εντυπωσιακό αλλά ελάχιστου φωνητικού όγκου Βενεζουελανό Χοσέ Μπαλεστρίνι όσο και τον σκηνικά αντιπαθή και φωνητικά άξεστο Ρώσο Αβγκούστ Αμόνωφ.

Από την άλλη πλευρά, αν και επωμίζεται συχνά τους μεγάλους ρόλους του Βέρντι στην Ιταλία και αλλού, η Δήμητρα Θεοδοσίου δεν διαθέτει τον επιβλητικό όγκο και το εύρος εκφοράς μιας Αΐντα στη διαδοχή της Ρενάτα Τεμπάλντι, της Αντονιέττα Στέλλα ή της Γκαμπριέλλα Τούτσι (για να περιορισθούμε στις Ιταλίδες προκατόχους της), των οποίων ανεπιτυχώς επιχειρεί να διεκδικήσει την κληρονομιά. Πολύ περισσότερο προορισμένη για τον επώνυμο ρόλο μοιάζει η -επίσης βενεζουελανή- νεαρή Άνα Λουκρέσια Γκαρσία, που ικανοποίησε με την πλούσια ανταπόκρισή της στις προκλήσεις της γ’ πράξης και τα σαρκώδη πιανίσσιμι της σκηνής του τάφου.

Χωρίς σκηνικό χάρισμα και με δεκαετίες δράσης πίσω της, η Ντολόρα Τζάζικ χάρισε μολαταύτα αναλαμπές συγκίνησης στη σπαρακτική σκηνή της Αμνέριδας στην τελευταία πράξη, ενώ αξιοσημείωτη φωνητική και δραματουργική επάρκεια κατέδειξε η Πριγκίπισσα της Πολωνής Μαλγκορζάτα Βαλέφσκα, χωρίς όμως το άγγιγμα ιδιοφυΐας που απαιτεί ο ρόλος. Σφιχτός ο Αμονάσρο του Γιάννη Γιαννίση, εξαιρετικού επιπέδου ο Βασιλιάς (Δημήτρης Κασσιούμης), ο Ράμφις (Δημήτρης Καβράκος και, σε μιαν από τις ωραιότερες πρόσφατες εμφανίσεις του, ο Χριστόφορος Σταμπόγλης), ο Αγγελιαφόρος (Γιώργος Σαμαρτζής) και η Ιέρεια (Μαρία Βλαχοπούλου).

Ως αποκαλύψεις των παραστάσεων αυτών, όμως, αναδείχθηκαν ο Αμονάσρο του Δημήτρη Πλατανιά, που επιβεβαιώθηκε ως κορυφαίος βερντιανός βαρύτονος της εποχής μας με αποθέματα και φραζάρισμα της καλύτερης ιταλικής σχολής του ένδοξου παρελθόντος, και ο αρχιμουσικός Κάρλο Μοντανάρο, που χάρισε τοσκανίνειο σφρίγος, δυναμισμό και ακρίβεια στη διεύθυνση των συνόλων της ΕΛΣ…

  • Γράφει ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ Π. ΛΟΥΚΑΚΟΣ, Η ΑΥΓΗ: 12/07/2009